Выбрать главу

Όταν, επιτέλους, η Σορίλεα ένευσε κι είπε, «Είσαι γερή σαν Κόρη, κορίτσι μου», η Εγκουέν παραπατούσε και ρουφούσε αέρα λαχανιασμένη. Ήταν σίγουρη ότι μια Κόρη δεν θα έκανε έτσι. Πάντως ένιωσε υπερηφάνεια. Δεν θεωρούσε ποτέ ότι ήταν μαλθακή, αλλά ήξερε πολύ καλά ότι πριν έρθει να ζήσει με τους Αελίτες, στα μισά της δοκιμασίας θα είχε σωριαστεί κάτω με τα μούτρα. Άλλη μια χρονιά, σκέφτηκε, και θα τρέχω σαν Φαρ Ντάραϊς Μάι.

Από την άλλη μεριά, όμως, δεν ήταν σε κατάσταση να επιστρέψει στην πόλη. Πήγε μαζί με τις Σοφές στη σκηνή του ατμόλουτρου —αυτή τη φορά δεν την έβαλαν να ρίχνει νερό στις καυτές πέτρες· αυτό το ανέλαβε η Ροντέρα— κι απόλαυσε την υγρασία και τη ζέστη που χαλάρωναν τους μυς της, κι έφυγε μόνο επειδή ήρθαν μέσα ο Ρούαρκ και δύο άλλοι αρχηγοί φατρίας, ο Τίμολαν του Μιαγκόμα κι ο Ιντίριαν του Κοντάρα, ψηλοί γκριζομάλληδες με τραχιά, σοβαρά πρόσωπα. Η είσοδος τους την έκανε να πεταχτεί τρέχοντας από τη σκηνή και να τυλιχτεί βιαστικά με το επώμιο της. Πάντα περίμενε ότι θα άκουγε γέλια όταν το έκανε αυτό, όμως οι Αελίτες ποτέ δεν έδειχναν να καταλαβαίνουν γιατί έφευγε τρεχάτη από το ατμόλουτρο όποτε έμπαιναν μέσα άνδρες. Θα ταίριαζε μια χαρά στο Αελίτικο χιούμορ αν γελούσαν, αλλά ευτυχώς δεν έκαναν το συσχετισμό, κι η Εγκουέν χαιρόταν γι’ αυτό.

Μάζεψε στην αγκαλιά της τα υπόλοιπα ρούχα της από τις προσεγμένες στοίβες έξω από τη σκηνή του ατμόλουτρου και πήγε βιαστικά στη δική της. Ο ήλιος είχε γείρει πια, κι ύστερα από ένα ελαφρύ δείπνο, ήταν έτοιμη να αποκοιμηθεί, τόσο κουρασμένη που δεν μπορούσε καν να σκεφτεί τον Τελ’αράν’ριοντ. Τόσο κουρασμένη που τα περισσότερα όνειρά της δεν μπορούσε να τα θυμηθεί —κάτι που της δίδασκαν οι Σοφές — αλλά όσα θυμόταν αφορούσαν στον Γκάγουιν.

25

Σαν Βροχές κι Αστραπές

Για κάποιο λόγο, όταν η Κογουίντε ήρθε να την ξυπνήσει στη θαμπάδα πριν από το χάραμα, η Εγκουέν ένιωθε αναζωογονημένη, σε πείσμα των ονείρων της. Αναζωογονημένη κι έτοιμη να δει τι μπορούσε να μάθει στην πόλη. Άφησε ένα μεγάλο χασμουρητό, τανύστηκε, και βρέθηκε όρθια, σιγοτραγουδώντας καθώς έπλενε και ντυνόταν βιαστικά, σχεδόν χωρίς να βουρτσίσει όσο έπρεπε τα μαλλιά της. Θα έφευγε βιαστική από τις σκηνές χωρίς να χασομερήσει για πρόγευμα, όμως την είδε η Σορίλεα, κάτι που έδωσε άδοξο τέλος σ’ αυτή την ιδέα. Προς το καλύτερο, όπως αποδείχθηκε.

«Δεν έπρεπε να φύγεις τόσο γρήγορα από το ατμόλουτρο», της είπε η Άμυς, παίρνοντας από τη Ροντέρα ξερά φρούτα και μια γαβάθα με χυλό. Περίπου δυο ντουζίνες Σοφών είχαν στριμωχτεί στη σκηνή της Άμυς κι η Ροντέρα, η Κογουίντε και κάποιος Ντόιλαν με λευκό μανδύα έτρεχαν να τις εξυπηρετήσουν όλες. «Ο Ρούαρκ είχε πολλά να πει για τις αδελφές σου. Ίσως μπορείς να προσθέσεις κάτι».

Ύστερα από μήνες προσποίησης, η Εγκουέν δεν χρειάστηκε σκέψη για να καταλάβει ότι εννοούσε την πρεσβεία του Πύργου. «Θα σου πω ό,τι μπορώ. Τι είπε;»

Κατ’ αρχάς, ότι υπήρχαν έξι Άες Σεντάι, και δύο απ’ αυτές ήταν Κόκκινες, όχι μία —η Εγκουέν δεν μπορούσε να πιστέψει την υπεροψία της Ελάιντα, ή ίσως την ανοησία της, που τις είχε στείλει— αλλά τουλάχιστον επικεφαλής ήταν μια Γκρίζα. Οι Σοφές, που οι περισσότερες ήταν ξαπλωμένες σχηματίζοντας μεγάλο κύκλο σαν να ήταν ακτίνες ρόδας, ενώ άλλες στέκονταν ή γονάτιζαν στα ενδιάμεσα διαστήματα, έστρεψαν το βλέμμα στην Εγκουέν μόλις τελείωσε ο κατάλογος των ονομάτων.

«Φοβάμαι πως ξέρω μόνο δύο απ’ αυτές», είπε, διαλέγοντας τα λόγια της με προσοχή. «Στο κάτω-κάτω, υπάρχουν πολλές Άες Σεντάι, κι εγώ δεν είμαι πλήρης αδελφή τόσον καιρό ώστε να γνωρίζω πολλές». Είδε τα κεφάλια τους να νεύουν· το δέχονταν. «Η Νεσούνε Μπιχάρα είναι ανοιχτόμυαλη —ακούει όλες τις πλευρές πριν καταλήξει σε συμπεράσματα— αλλά βρίσκει και το παραμικρό τρωτό σημείο των λεγομένων σου. Βλέπει τα πάντα, θυμάται τα πάντα· φτάνει να κοιτάξει μια σελίδα για μια φορά και σου την επαναλαμβάνει λέξη προς λέξη, το ίδιο και μια συζήτηση που άκουσε πριν ένα χρόνο. Μερικές φορές, όμως, μιλάει μόνη της, και λέει τις σκέψεις της δίχως να το αντιλαμβάνεται».

«Ο Ρούαρκ είπε ότι την ενδιέφερε η Βασιλική Βιβλιοθήκη». Η Μπάιρ ανακάτεψε το χυλό της, κοιτώντας την Εγκουέν. «Είπε ότι την άκουσε να μουρμουρίζει κάτι για σφραγίδες». Ένα γοργό μουρμουρητό απλώθηκε σαν κύμα στις υπόλοιπες γυναίκες, που βουβάθηκαν όταν η Σορίλεα ξερόβηξε δυνατά.

Η Εγκουέν έφαγε μια κουταλιά χυλό —είχε μέσα κομμάτια δαμάσκηνου και κάποιου είδους γλυκών μούρων— ενώ το συλλογιζόταν. Αν η Ελάιντα είχε ανακρίνει τη Σιουάν πριν από την εκτέλεσή της, τότε ήξερε ότι τρεις σφραγίδες ήταν σπασμένες. Ο Ραντ είχε κρύψει δύο —η Εγκουέν ευχόταν να ήξερε πού· τον τελευταίο καιρό, ο Ραντ δεν έδειχνε να εμπιστεύεται κανέναν — κι η Νυνάβε κι η Ηλαίην είχαν βρει μία στο Τάντσικο και την είχαν πάει στο Σαλιντάρ, όμως η Ελάιντα δεν είχε τρόπο να γνωρίζει γι’ αυτές. Εκτός, ίσως, αν είχε κατασκόπους στο Σαλιντάρ. Όχι. Αυτές οι εικασίες ήταν για άλλη στιγμή, ήταν άχρηστες τώρα. Η Ελάιντα πρέπει να έψαχνε απεγνωσμένα για τις υπόλοιπες σφραγίδες. Ήταν λογικό να στείλει τη Νεσούνε στη δεύτερη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του κόσμου μετά από κείνη του Λευκού Πύργου. Κατάπιε μια μπουκιά ξερό δαμάσκηνο και τους το είπε.