«Αυτό ακριβώς είπα χθες το βράδυ», μούγκρισε η Σορίλεα. «Ήρον, Κολίντα, Εντάρα, εσείς οι τρεις πάτε στη Βιβλιοθήκη. Ό,τι μπορεί να βρεθεί, σίγουρα τρεις Σοφές θα μπορέσουν να το βρουν πριν από μια Άες Σεντάι». Τρία κατσουφιασμένα πρόσωπα ήταν η απάντηση· η Βασιλική Βιβλιοθήκη ήταν τεράστια. Από την άλλη μεριά όμως, η Σορίλεα ήταν η Σορίλεα, κι οι γυναίκες τις οποίες είχε αναφέρει μπορεί να αναστέναξαν και να άρχισαν να μουρμουρίζουν, αλλά άφησαν κάτω τις γαβάθες του χυλού κι έφυγαν αμέσως. «Είπες ότι ξέρεις δύο», συνέχισε η Σορίλεα πριν οι άλλες προλάβουν να βγουν από τη σκηνή. «Τη Νεσούνε Μπιχάρα και ποια άλλη;»
«Τη Σαρίνε Νεμντάλ», είπε η Εγκουέν. «Πρέπει να αντιληφθείτε ότι δεν τις ξέρω και τόσο καλά. Η Σαρίνε είναι όπως είναι συνήθως οι Λευκές —αναλύει τα πάντα με τη λογική και μερικές φορές ξαφνιάζεται όταν κάποιος παρακινείται από το πάθος— όμως την πιάνουν τα νευράκια της. Συνήθως τα συγκρατεί καλά, αλλά αν της πατήσεις τον κάλο... τότε θα σου δαγκώσει την μύτη πριν το καταλάβεις. Όμως ακούει αυτά που λες και το παραδέχεται όταν κάνει λάθος, ακόμα κι όταν ξεσπά. Αφού καταλαγιάσει, δηλαδή».
Πήρε άλλη μια κουταλιά μούρα και χυλό και προσπάθησε να περιεργαστεί τις Σοφές χωρίς να δείξει ότι το έκανε· καμία δεν φαινόταν να έχει προσέξει το δισταγμό της. Η φράση που παραλίγο θα έλεγε ήταν, «τότε θα σε στείλει να σφουγγαρίζεις πατώματα». Τις γυναίκες αυτές τις ήξερε μόνο επειδή της έκαναν μαθήματα ως μαθητευόμενη. Η Νεσούνε ήταν μια λυγερή Καντορινή με μάτια σαν πουλί και καταλάβαινε ότι είχες αφαιρεθεί ακόμα κι όταν είχε γυρισμένη την πλάτη· δίδασκε αρκετά μαθήματα τα οποία παρακολουθούσε η Εγκουέν· η Εγκουέν είχε ακούσει μόνο δύο διαλέξεις της Σαρίνε, για τη φύση της πραγματικότητας, αλλά ήταν δύσκολο να ξεχάσεις μια γυναίκα που σου έλεγε με απόλυτη σοβαρότητα ότι η ομορφιά κι η ασχήμια ήταν εξίσου ψευδαίσθηση, ενώ είχε ένα πρόσωπο που έκανε τους άνδρες να γυρίζουν το κεφάλι.
«Ελπίζω να θυμηθείς κι άλλα», είπε η Μπάιρ, γέρνοντας προς το μέρος της Εγκουέν πάνω στον αγκώνα της. «Φαίνεται ότι είσαι η μοναδική πηγή πληροφοριών μας».
Η Εγκουέν άργησε μια στιγμή να το ξεδιαλύνει. Μα ναι, φυσικά. Η Μπάιρ κι η Άμυς μάλλον είχαν επιχειρήσει να κοιτάξουν τα όνειρα των Άες Σεντάι την προηγούμενη νύχτα, όμως εκείνες είχαν βάλει ξόρκια φύλαξης στα όνειρά τους. Η Εγκουέν λυπόταν που δεν είχε μάθει αυτή τη δεξιότητα πριν φύγει από τον πύργο. «Αν μπορώ. Πού είναι τα δωμάτιά τους στο παλάτι;» Αν ήθελε να πλησιάσει τον Ραντ την επόμενη φορά που θα ερχόταν, καλό θα ήταν να μην έμπαινε κατά λάθος στα δωμάτιά τους. Ειδικά στο δωμάτιο της Νεσούνε. Μπορεί η Σαρίνε να μη θυμόταν μια συγκεκριμένη μαθητευόμενη, όμως η Νεσούνε σίγουρα θα τη θυμόταν. Εκτός αυτού, μπορεί να τη θυμόταν κάποια από τις Άες Σεντάι τις οποίες δεν γνώριζε· η Εγκουέν αλ’Βέρ συζητιόταν πολύ τον καιρό που ήταν στον Πύργο.
«Αρνήθηκαν την προσφορά σκιάς της Μπερελαίν έστω και για μια νύχτα». Η Άμυς έσμιξε τα φρύδια. Μεταξύ των Αελιτών, η προσφορά φιλοξενίας γινόταν πάντα δεκτή· θα ήταν ντροπή να αρνηθεί κανείς, ακόμα και μεταξύ ορκισμένων εχθρών. «Μένουν σε μια γυναίκα που λέγεται Άριλυν, μια αριστοκράτισσα των δενδροφονιάδων. Ο Ρούαρκ πιστεύει ότι η Κόιρεν Σεντάι ήξερε από παλαιότερα αυτή τη γυναίκα».
«Μια κατάσκοπος της Κόιρεν», είπε η Εγκουέν με βεβαιότητα. «Ή του Γκρίζου Άτζα».
Αρκετές Σοφές μουρμούρισαν θυμωμένα μέσα από τα δόντια τους· η Σορίλεα ξεφύσηξε δυνατά με αηθία· η δε Άμυς άφησε ένα βαρύ στεναγμό απογοήτευσης. Κάποιες άλλες είχαν διαφορετική γνώμη. Η Κορέλνα, μια πρασινομάτα με όψη πουλιού κι άφθονο γκρίζο στα ανοιχτοκίτρινα μαλλιά της, κούνησε το κεφάλι με αμφιβολία, ενώ η Τίαλιν, μια λεπτή κοκκινομάλλα με σουβλερή μύτη, κοίταξε την Εγκουέν με απροκάλυπτη δυσπιστία.
Η κατασκοπεία παραβίαζε το τζι’ε’τόχ, αν κι η Εγκουέν ακόμα δεν είχε καταλάβει πώς συμβάδιζε αυτό με το γεγονός ότι οι Ονειροβάτισσες τριγυρνούσαν στα όνειρα των ανθρώπων όποτε τους κάπνιζε. Άδικα θα επισήμαινε ότι οι Άες Σεντάι δεν ακολουθούσαν το τζι’ε’τόχ. Το ήξεραν· απλώς δυσκολεύονταν να το καταλάβουν, είτε για τις Άες Σεντάι είτε για οποιονδήποτε.