«Προσέξτε μόνο μη διαλέξουν κανένα σισβαϊ’αμάν», είπε η Εγκουέν. Αυτοί κατέφευγαν στη λόγχη με το παραμικρό ίχνος απειλής. Η παρατήρηση έκανε αρκετά βλέμματα να γυρίσουν πάνω της, άλλα ανέκφραστα, άλλα με θυμηδία. Οι Σοφές δεν ήταν ανόητες. Μόνο ένα πράγμα την ανησυχούσε. Καμία εκεί δεν είχε πει κάτι που η Εγκουέν είχε συνηθίσει να ακούει κάθε φορά που συζητούσαν για τις Άες Σεντάι: ότι οι Αελίτες κάποτε είχαν σταθεί κατώτεροι των απαιτήσεων των Άες Σεντάι και θα καταστρέφονταν αν το ξανάκαναν.
Πέρα απ’ αυτό το ένα σχόλιο, η Εγκουέν δεν αναμίχθηκε στη συζήτηση και προτίμησε να φάει και δεύτερη γαβάθα με χυλό με ξερό αχλάδι και δαμάσκηνα, κάτι που έκανε τη Σορίλεα να νεύσει επιδοκιμαστικά. Δεν επιδίωκε την επιδοκιμασία της Σορίλεα. Η Εγκουέν πεινούσε, αλλά πάνω απ’ όλα έλπιζε να ξεχνούσαν ότι ήταν κι η ίδια εκεί. Το κόλπο φάνηκε να πετυχαίνει.
Όταν τελείωσε το πρωινό κι η συζήτηση, πήγε στη σκηνή της και γονάτισε λίγο μέσα από την πόρτα, παρακολουθώντας μια μικρή ομάδα Σοφές να οδεύουν προς την πόλη με επικεφαλής την Άμυς. Όταν μπήκαν από την κοντινότερη πύλη, η Εγκουέν ξαναβγήκε. Παντού υπήρχαν Αελίτες, γκαϊ’σάιν κι άλλοι, όμως οι Σοφές ήταν όλες μέσα και κανένας δεν την κοίταξε καθώς κατευθυνόταν προς τα τείχη, χωρίς ιδιαίτερη βιασύνη. Αν την πρόσεχε κανείς, θα σκεφτόταν ότι έκανε την πρωινή άσκησή της. Ο άνεμος δυνάμωσε, σηκώνοντας κύματα σκόνης και πολυκαιρισμένης στάχτης από τα Προπύλαια, όμως εκείνη διατήρησε το σταθερό ρυθμό της. Απλώς είχε βγει για άσκηση.
Στην πόλη, ο πρώτος άνθρωπος που ρώτησε, μια ξερακιανή που πουλούσε μαραμένα μήλα σε εξωφρενική τιμή σε ένα καρότσι, δεν ήξερε να της πει πώς θα πήγαινε στο παλάτι της Αρχόντισσας Άριλυν, ούτε και μια παχουλή μοδίστρα, που γούρλωσε όταν είδε μια Αελίτισσα, όπως την προσπέρασε, να μπαίνει στο μαγαζί της, ούτε κι ένας φαλακρός μαχαιροποιός, που νόμιζε ότι θα την ενδιέφεραν περισσότερο τα μαχαίρια του. Στο τέλος, ένας στενοπρόσωπος αργυροχόος, ο οποίος κοίταζε καχύποπτα την Εγκουέν όση ώρα βρισκόταν στο μαγαζί του, της είπε αυτό που ήθελε. Προχωρώντας με μεγάλες δρασκελιές μέσα στο πλήθος, η Εγκουέν κούνησε το κεφάλι της. Καμιά φορά ξεχνούσε πόσο μεγάλη πόλη ήταν στ’ αλήθεια η Καιρχίν, ότι δεν ήξεραν όλοι πού ήταν τα πάντα.
Εν συνεχεία χάθηκε τρεις φορές και χρειάστηκε να ζητήσει οδηγίες άλλες δυο φορές πριν βρεθεί κολλημένη στο πλάι ενός δημόσιου στάβλου να κρυφοκοιτάζει από τη γωνία ένα κοντόχοντρο κτήριο από σκούρα πέτρα στην απέναντι μεριά του δρόμου, γεμάτο στενά παράθυρα και μπαλκόνια όλο γωνίες και βαθμιδωτούς πύργους. Ήταν μικρό για παλάτι, αλλά πελώριο για σπίτι· η Άριλυν ήταν κάπου πάνω από το μέσον της αριστοκρατίας της Καιρχίν, αν θυμόταν καλά η Εγκουέν. Στρατιώτες με πράσινα σακάκια, θώρακες και κράνη φρουρούσαν τα πλατιά μπροστινά σκαλιά, σε κάθε πύλη απ’ όσο μπορούσε να δει, ακόμα και στα μπαλκόνια. Το παράξενο ήταν πως όλοι έδειχναν νεαροί. Πάντως δεν ήταν αυτό που κίνησε το ενδιαφέρον της. Μέσα σε κείνο το κτήριο υπήρχαν γυναίκες που διαβίβαζαν και για να νιώθει κάτω στο δρόμο τόσο έντονα, σίγουρα δεν χειρίζονταν μικρές ποσότητες σαϊντίν. Ξαφνικά ο όγκος του μειώθηκε, όμως και πάλι ήταν πολύ.
Δάγκωσε το χείλος της. Δεν ήξερε τι έκαναν, αφού δεν έβλεπε τις ροές, αλλά το ίδιο ίσχυε και γι’ αυτές, έπρεπε να βλέπουν τις ροές για να τις υφάνουν. Έστω κι αν βρίσκονταν σε παράθυρο, οι ροές που θα κατευθύνονταν έξω από το μέγαρο και τις οποίες η Εγκουέν δεν μπορούσε να δει, πρέπει να στόχευαν προς τον Νότο, μακριά από το Παλάτι του Ήλιου, μακριά από τα πάντα.
Μια πύλη άνοιξε ίσα για να περάσουν έξι ρούσσα άλογα που τραβούσαν μια κλειστή μαύρη άμαξα με λακαρισμένο θυρεό στην πόρτα της που έδειχνε δύο ασημένια άστρα σε φόντο από κοκκινοπράσινες ρίγες. Η άμαξα προχώρησε προς το βορρά ανάμεσα στο πλήθος, κι ο ντυμένος με λιβρέα αμαξάς χρησιμοποιούσε το μακρύ μαστίγιο του τόσο για να παρακινεί τα άλογα όσο και για να κάνει τους ανθρώπους να ανοίγουν δρόμο. Πήγαινε κάπου η Αρχόντισσα Άριλυν, ή μήπως ήταν κάποια Άες Σεντάι της αντιπροσωπείας;