Τέλος πάντων, δεν είχε έρθει εδώ για να χαζεύει. Σύρθηκε πίσω έτσι ώστε μόνο ένα μάτι ξεπρόβαλλε από τη γωνία, ίσα για να βλέπει το λαμπρό οίκο, έβγαλε μια μικρή κόκκινη πέτρα από το πουγκί στη ζώνη της, πήρε μια βαθιά ανάσα κι άρχισε να διαβιβάζει. Αν κάποια από κείνες τύχαινε να κοιτάζει προς τα εδώ, θα μπορούσε να δει τις ροές, όχι όμως την Εγκουέν. Έπρεπε να το ρισκάρει.
Η λεία πέτρα ήταν αυτό ακριβώς που έδειχνε, ένα βοτσαλάκι που το είχε λειάνει το ποταμάκι, όμως η Εγκουέν είχε μάθει το τέχνασμα από τη Μουαραίν, κι η Μουαραίν χρησιμοποιούσε μια πέτρα για να εστιάσει την προσοχή της —έναν πολύτιμο λίθο, για την ακρίβεια, μα αυτό δεν είχε ιδιαίτερη σημασία— κι έτσι η Εγκουέν έκανε το ίδιο. Ύφανε κυρίως Αέρα με μια δόση Φωτιάς, με τον κατάλληλο τρόπο. Αυτό σου επέτρεπε να κρυφακούς. Οι Σοφές θα το έλεγαν κατασκοπεία. Την Εγκουέν δεν την ένοιαζε πώς το έλεγε, αρκεί να μάθαινε κάτι για τους σκοπούς των Άες Σεντάι του Πύργου.
Η ύφανσή της άγγιξε προσεκτικά το άνοιγμα ενός παράθυρου, ύστερα ενός άλλου, ύστερα τρίτου. Σιωπή. Και μετά...
«...του λέω, λοιπόν», είπε μια γυναικεία φωνή στο αυτί της, «αν θέλεις τα κρεβάτια σου στρωμένα, πάψε να γαργαλάς το πηγούνι μου, Άλγουιν Ράελ».
Μια άλλη γυναίκα χαχάνισε. «Α, σιγά μην είπες τέτοιο πράγμα».
Η Εγκουέν έκανε μια γκριμάτσα. Καμαριέρες.
Μια εύσωμη γυναίκα με ένα καλάθι γεμάτο ψωμιά στον ώμο κοίταξε μπερδεμένη την Εγκουέν. Διόλου παράξενο, διότι άκουγε δύο γυναικείες φωνές τη στιγμή που εκεί στεκόταν μόνη της η Εγκουέν με τα χείλη ασάλευτα. Η Εγκουέν το έλυσε με τον πιο γρήγορο τρόπο που ήξερε. Κοίταξε τη γυναίκα με τόση αγριάδα, ώστε η άλλη έσκουξε και παραλίγο θα της έπεφτε το καλάθι καθώς χανόταν στο πλήθος.
Η Εγκουέν μείωσε απρόθυμα την δύναμη της ύφανσής της· δεν θα άκουγε πολύ καλά, τουλάχιστον, όμως, δεν θα προσέλκυε θεατές. Ακόμα κι έτσι, αρκετοί άνθρωποι την κοίταζαν, βλέποντας μια Αελίτισσα να έχει κολλήσει στον τοίχο, αν κι απλώς κοντοστέκονταν για μια στιγμή πριν συνεχίσουν το δρόμο τους· κανείς δεν ήθελε να μπλέξει με Αελίτες. Η Εγκουέν τους έδιωξε από το μυαλό της. Μετακίνησε την ύφανση παράθυρο το παράθυρο, με τον ιδρώτα να στάζει ποτάμι, κι όχι μόνο εξαιτίας της κάψας που δυνάμωνε. Αν έστω και μία Άες Σεντάι έβλεπε τις ροές, ακόμα κι αν δεν καταλάβαινε τι ήταν, θα ήξερε ότι κάποια διαβίβαζε προς το μέρος τους. Θα υποψιαζόταν το λόγο. Η Εγκουέν έκανε πίσω, αφήνοντας μόνο το μισό μάτι της να φαίνεται.
Σιωπή. Σιωπή. Κάποιο θρόισμα. Κάποιος που μετακινούνταν; Μαλακά παπούτσια σε χαλί; Αλλά δεν ακουγόταν η παραμικρή λέξη. Σιωπή. Ένας άνδρας που μουρμούριζε, προφανώς αδειάζοντας δοχεία νυκτός, κάτι για το οποίο δεν χαιρόταν καθόλου· με τα αυτιά να καίνε, η Εγκουέν προχώρησε βιαστικά. Σιωπή. Σιωπή. Σιωπή.
«...στ’ αλήθεια το θεωρείς αναγκαίο;» Ακόμα και ψιθυριστή όπως ηχούσε, η φωνή αυτής της γυναίκας ήταν βαθιά, σίγουρη.
«Πρέπει να είμαστε έτοιμες για παν ενδεχόμενο, Κόιρεν», αποκρίθηκε μια άλλη γυναίκα με φωνή σκληρή κι επιτακτική. «Άκουσα μια ενδιαφέρουσα φήμη—» Μια πόρτα έκλεισε, διακόπτοντας τη συνέχεια.
Η Εγκουέν ζάρωσε στον πέτρινο τοίχο του στάβλου. Της ερχόταν να τσιρίξει από αγανάκτηση. Η μια ήταν η Γκρίζα αδελφή που ήταν επικεφαλής, κι η άλλη πρέπει να ήταν Σεντάι, αλλιώς δεν θα είχε μιλήσει έτσι στην Κόιρεν, που ήταν Άες. Ήταν οι ιδανικές για να πουν αυτό που ήθελε να μάθει η Εγκουέν, και να που είχαν φύγει. Ποια ήταν η ενδιαφέρουσα φήμη; Τι ενδεχόμενα; Τι προετοιμασίες σκόπευαν να κάνουν; Η διαβίβαση μέσα στο μέγαρο άλλαξε πάλι, αυξήθηκε. Τι σκάρωναν; Η Εγκουέν πήρε μια βαθιά ανάσα και ξανάρχισε με επιμονή.
Καθώς ο ήλιος ανηφόριζε στον ουρανό, άκουσε πολλές φωνές, συνήθως άγνωστες, και πολλά κουτσομπολιά και φλυαρίες των υπηρετών. Κάποια ονόματι Κέρι θα έκανε κι άλλο μωρό· στις Άες Σεντάι με το μεσημεριανό γεύμα έπρεπε να προσφερθεί κρασί από το Αρίντριμ, όπου κι αν ήταν αυτό το μέρος. Το πιο ενδιαφέρον νέο ήταν ότι σ’ εκείνη την άμαξα βρισκόταν όντως η Άριλυν, η οποία πήγαινε να συναντήσει τον σύζυγό της στην εξοχή. Τι ασήμαντη πληροφορία. Είχε χαραμίσει ολόκληρο το πρωινό της.
Η πύλη του μεγάλου άνοιξε διάπλατα κι οι υπηρέτες με τις λιβρέες υποκλίθηκαν. Οι στρατιώτες δεν κοκάλωσαν, αλλά έδειξαν πιο ζωηροί. Η Νεσούνε Μπιχάρα βγήκε περπατώντας, ακολουθούμενη από έναν ψηλό νεαρό με σκληρό παρουσιαστικό.
Η Εγκουέν έλυσε βιαστικά την ύφανσή της, άφησε το σαϊντάρ, και πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει· δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να πανικοβληθεί. Η Νεσούνε κι ο Πρόμαχος της διαβουλεύθηκαν· ύστερα η μελαχρινή Καφέ αδελφή κοίταξε το δρόμο, πρώτα προς τη μία κατεύθυνση και μετά προς την άλλη. Σίγουρα έψαχνε κάτι.