Η Εγκουέν σκέφτηκε πως ίσως ήταν καλή ιδέα να πανικοβληθεί. Οπισθοχώρησε αργά γι να μην τραβήξει πάνω της το κοφτερό βλέμμα της Νεσούνε, στριφογύρισε μόλις χάθηκε πίσω από τη γωνία όπου δεν την έβλεπε η άλλη, μάζεψε τα φουστάνια της και το έβαλε στα πόδια, μπαίνοντας σαν ταύρος μέσα στο πλήθος. Η τρεχάλα της κράτησε μόνο για τρεις δρασκελιές. Ύστερα έπεσε σε έναν πέτρινο τοίχο, αναπήδησε, και σωριάστηκε στο δρόμο τόσο απότομα που αναπήδησε ξανά στις καυτές πλάκες του οδοστρώματος.
Σήκωσε το βλέμμα ζαλισμένη, ενώ με κάθε στιγμή η ζαλάδα χειροτέρευε. Ο πέτρινος τοίχος ήταν ο Γκάγουιν, που την κοίταζε, μοιάζοντας αποσβολωμένος όσο εκείνη. Τα μάτια του ήταν καταγάλανα. Και τι κοκκινόχρυσες μπούκλες ήταν αυτές. Της ήρθε να τις τυλίξει ξανά στα δάχτυλά της. Ένιωσε το πρόσωπό της να γίνεται κατακόκκινο. Ποτέ δεν έκανες τέτοιο πράγμα, σκέφτηκε πεισματικά. Ήταν μόνο ένα όνειρο!
«Σε χτύπησα;» ρώτησε εκείνος ανήσυχα, κι έκανε να γονατίσει δίπλα της.
Αυτή σηκώθηκε αμέσως, ξεσκονίζοντας βιαστικά τα ρούχα της· αν μπορούσε να βγει αληθινή μια ευχή της εκεί επιτόπου, θα ζητούσε να μην ξανακοκκίνιζε ποτέ πια. Ήδη είχαν συγκεντρώσει θεατές σε κύκλο γύρω τους. Τον άρπαξε από το μπράτσο και τον τράβηξε παρακάτω στο δρόμο, προς την κατεύθυνση που είχε ξεκινήσει. Έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της κι είδε μόνο το συνωθούμενο πλήθος. Ακόμα κι αν η Νεσούνε ερχόταν σε κείνη ακριβώς τη γωνία, δεν θα έβλεπε τίποτα. Πάντως, η Εγκουέν δεν βράδυνε το βήμα της· το πλήθος παραμέριζε γύρω από μια Αελίτισσα κι έναν άνδρα τόσο ψηλό που θα μπορούσε να ήταν Αελίτης, παρ’ όλο που ήταν ζωσμένος με σπαθί. Οι κινήσεις του έδειχναν ότι ήξερε πώς να το χρησιμοποιήσει· κινούνταν σαν Πρόμαχος.
Ύστερα από καμιά δεκαριά βήματα, η Εγκουέν ξετύλιξε απρόθυμα το μπράτσο της από το δικό του. Εκείνος της έπιασε το χέρι πριν γλιστρήσει από πάνω του κι αυτή τον άφησε να το κρατά καθώς περπατούσαν. «Φαντάζομαι», της είπε στοχαστικά μετά από λίγο, «πως πρέπει να μη δώσω σημασία στο ότι είσαι ντυμένη σαν Αελίτισσα. Την τελευταία φορά που άκουσα νέα σου, ήσουν στο Ίλιαν. Και φαντάζομαι δεν πρέπει να σχολιάσω το ότι τρέχεις να φύγεις από ένα παλάτι όπου μένουν έξι Άες Σεντάι. Παράξενη συμπεριφορά για μια Αποδεχθείσα».
«Ποτέ δεν ήμουν στο Ιλιαν», είπε εκείνη, κοιτώντας βιαστικά γύρω της για να δει μήπως υπήρχαν εκεί κοντά Αελίτες που θα τους άκουγαν. Αρκετοί κοίταξαν προς το μέρος τους, μα κανείς δεν ήταν τόσο κοντά ώστε να τους ακούει. Ξαφνικά συνειδητοποίησε απότομα αυτό που της είχε πει. «Είσαι μαζί τους. Με τις Άες Σεντάι του Πύργου». Μα το Φως, ήταν ανόητη που δεν το είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή που τον είχε δει.
Το πρόσωπό του μαλάκωσε· είχε δείξει τόσο σκληρό για μια στιγμή. «Διοικώ την τιμητική φρουρά που έφεραν οι Άες Σεντάι για να συνοδεύσει τον Αναγεννημένο Δράκοντα στην Ταρ Βάλον». Η φωνή του ήταν ένα παράξενο μίγμα από σαρκασμό και θυμό και κούραση. «Τουλάχιστον αν επιλέξει να έρθει. Κι αν ήταν εδώ. Απ’ ό,τι ακούω... εμφανίζεται κι εξαφανίζεται. Η Κόιρεν είναι πολύ εκνευρισμένη».
Η Εγκουέν είχε έναν κόμπο στο λαιμό. «Πρέπει... πρέπει να σου ζητήσω μια χάρη, Γκάγουιν».
«Ό,τι θέλεις, εκτός από τούτο», είπε εκείνος απλά. «Δεν θα βλάψω την Ηλαίην και το Άντορ, και δεν θα γίνω Δρακορκισμένος. Ό,τι άλλο μπορώ να κάνω, το έχεις».
Τα κεφάλια των περαστικών στράφηκαν προς το μέρος τους. Κάθε αναφορά των Δρακορκισμένων τραβούσε την προσοχή. Τέσσερις σκληροπρόσωποι άνδρες με καμτσίκια κουλουριασμένα στους ώμους τους αγριοκοίταξαν τον Γκάγουιν κι έσπασαν τα δάχτυλά τους όπως έκαναν μερικές φορές οι άνδρες πριν από καυγά. Ο Γκάγουιν απλώς τους κοίταξε. Δεν ήταν τίποτα κοντοπίθαροι, μα η εριστικότητά τους έσβησε μπροστά στο βλέμμα του. Δύο χτύπησαν το μέτωπό τους με τις αρθρώσεις των δαχτύλων τους πριν γίνουν ένα με την ανθρωποθάλασσα. Αλλά ήταν ακόμα πολλοί που κοίταζαν, πολλοί που έκαναν δήθεν ότι δεν είχαν στήσει αυτί. Έτσι ντυμένη που ήταν, τραβούσε τα βλέμματα ακόμα κι αν δεν έλεγε λέξη. Αν πρόσθετες κι έναν άνδρα με χρυσοκόκκινα μαλλιά, με μπόι πάνω από ένα βήμα, ο οποίος έμοιαζε με Πρόμαχο, ο συνδυασμός ήταν αναπόφευκτο να κινήσει την προσοχή.
«Πρέπει να σου μιλήσω κατ’ ιδίαν», του είπε. Αν κάποια γυναίκα δέσμευσε τον Γκάγουιν για Πρόμαχο της, εγώ θα... Το παράξενο ήταν ότι δεν ένιωθε ιδιαίτερη ενόχληση μ’ αυτή τη σκέψη.
Δίχως λέξη, την πήγε σε ένα διπλανό πανδοχείο, τον Ψηλό, όπου πέταξε μια χρυσή κορώνα στον στρογγυλόσωμο πανδοχέα κι αυτός τους έκλινε το γόνυ σχεδόν ευλαβικά και τους πρόσφερε μια ιδιωτική τραπεζαρία με σκούρη ξύλινη επένδυση στους τοίχους, καλογυαλισμένο τραπέζι και καρέκλες, και ξερά άνθη σε ένα γαλάζιο βάζο στο τζάκι. Ο Γκάγουιν έκλεισε την πόρτα και τους έπιασε μια ξαφνική αμηχανία καθώς αντικρίζονταν μόνοι τους. Μα το Φως, ήταν εξαίσιος, σχεδόν όσο κι ο Γκάλαντ, κι ο τρόπος που γυρνούσαν τα κατσαρά μαλλιά του στα αυτιά του...