Ο Γκάγουιν ξερόβηξε. «Η ζέστη χειροτερεύει μέρα με τη μέρα». Έβγαλε ένα μαντίλι, σκούπισε το πρόσωπό του κι ύστερα της το πρόσφερε. Συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι ήταν μεταχειρισμένο και ξερόβηξε πάλι. «Έχω κι άλλο, νομίζω».
Εκείνη έβγαλε το δικό της όσο εκείνος έψαχνε τις τσέπες του. «Γκάγουιν, πώς μπορείς να υπηρετείς την Ελάιντα ύστερα απ’ αυτό που έκανε;»
«Τα Παλικαράκια υπηρετούν τον Πύργο», αποκρίθηκε εκείνος ενοχλημένος, όμως κούνησε το κεφάλι ανήσυχα, «Τον υπηρετούμε όσο... Η Σιουάν Σάντσε...» Για μια στιγμή, το βλέμμα του έγινε πάγος. Μόνο για μια στιγμή. «Εγκουέν, η μητέρα μου έλεγε συχνά, “Ακόμα κι η βασίλισσα πρέπει να υπακούει τους νόμους που θεσπίζει, αλλιώς δεν υπάρχει νόμος”». Κούνησε θυμωμένος το κεφάλι του. «Κακώς ξαφνιάστηκα που σε βρήκα εδώ. Έπρεπε να ξέρω ότι θα είσαι όπου είναι ο αλ’Θόρ».
«Γιατί τον μισείς;» Το μίσος στη φωνή του ήταν ολοφάνερο. «Γκάγουιν, είναι πράγματι ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Σίγουρα άκουσες τι συνέβη στο Δάκρυ. Ο—»
«Δεν με νοιάζει αν είναι ακόμα κι η ενσάρκωση του Δημιουργού», είπε εκείνος τραχιά. «Ο αλ’Θόρ σκότωσε τη μητέρα μου!»
Τα μάτια της Εγκουέν γούρλωσαν. «Όχι, Γκάγουιν! Όχι, δεν τη σκότωσε!»
«Ορκίζεσαι; Ήσουν εκεί όταν πέθανε; Όλος ο κόσμος το λέει. Ο Αναγεννημένος Δράκοντας πόρθησε το Κάεμλυν και σκότωσε τη Μοργκέις. Να δεις που αυτός σκότωσε και την Ηλαίην. Δεν μπορώ να βρω νέα της από πουθενά». Ο θυμός του στέρεψε. Καμπούριασε όπως στεκόταν, το κεφάλι του έγειρε μπροστά, με τις γροθιές σφιγμένες και τα μάτια κλειστά. «Δεν μπορώ να βρω τίποτα», ψιθύρισε.
«Η Ηλαίην είναι σώα κι ασφαλής», είπε η Εγκουέν και ξαφνιάστηκε όταν αντιλήφθηκε ότι είχε σταθεί ακριβώς μπροστά του. Σήκωσε το χέρι και ξαφνιάστηκε πάλι όταν έπλεξε τα δάχτυλά της στις μπούκλες του, όπως ακριβώς θυμόταν. Τράβηξε το χέρι της σαν να είχε καεί. Ήταν σίγουρη ότι το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο, μόνο που... Είχαν κοκκινίσει και τα μάγουλα του Γκάγουιν. Φυσικά. Το θυμόταν κι αυτός, μόνο που το θεωρούσε δικό του όνειρο. Αυτό κανονικά θα έπρεπε να κάνει το πρόσωπό της να πάρει φωτιά, αλλά έκανε το αντίθετο. Το κοκκίνισμα του Γκάγουιν τη βοήθησε να συγκρατήσει τη νευρικότητά της, της ήρθε μάλιστα να χαμογελάσει. «Η Ηλαίην είναι γερή, Γκάγουιν. Αυτό το ορκίζομαι».
«Πού είναι;» Η φωνή του έδειχνε ταραχή. «Πού ήταν; Η θέση της είναι στο Κάεμλυν. Όχι στο Κάεμλυν —όχι όσο υπάρχει πιθανότητα να είναι εκεί ο αλ’Θόρ— αλλά στο Άντορ. Πού βρίσκεται, Εγκουέν;»
«Δεν... δεν μπορώ να σου πω. Δεν μπορώ, Γκάγουιν».
Εκείνος την περιεργάστηκε, με ανέκφραστο πρόσωπο, και μετά αναστέναξε. «Κάθε φορά που σε βλέπω, γίνεσαι όλο και πιο πολύ Άες Σεντάι». Το γέλιο του ήχησε βεβιασμένο. «Ξέρεις ότι σκεφτόμουν πως ήμουν ο Πρόμαχος σου; Τι ανόητο, ε;»
«Θα γίνεις ο Πρόμαχός μου». Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι τα λόγια είχαν βγει από το στόμα της παρά μόνο όταν τα ξεστόμισε, αλλά όταν το είπε, κατάλαβε ότι ήταν αλήθεια. Εκείνο το όνειρο. Ο Γκάγουιν που γονάτιζε για να κρατήσει εκείνη, με τα χέρια της το κεφάλι του. Μπορεί να σήμαινε εκατό πράγματα ή τίποτα, όμως η Εγκουέν ήξερε.
Εκείνος της χαμογέλασε πλατιά. Ο βλάκας νόμιζε ότι η Εγκουέν αστειευόταν! «Εγώ αποκλείεται. Ο Γκάλαντ, νομίζω. Αν και θα πρέπει να τσακωθείς με τις άλλες Άες Σεντάι. Με Άες Σεντάι, υπηρέτριες, βασίλισσες, καμαριέρες, εμπόρισσες, αγρότισσες... Είδα πώς τον κοιτάζουν όλες. Μην πεις ότι δεν τον θεωρείς—»
Έβαλε το χέρι της πάνω στο στόμα του, που ήταν ο πιο απλός τρόπος για να δώσει τέλος σ’ αυτές τις βλακείες. «Δεν αγαπώ τον Γκάλαντ. Αγαπώ εσένα».
Ο άλλος προσπάθησε να το πάρει στ’ αστεία, χαμογελώντας πίσω από τα δάχτυλά της. «Δεν μπορώ να γίνω Πρόμαχος. Θα είμαι ο Πρώτος Πρίγκιπας του Σπαθιού της Ηλαίην».
«Αν η Βασίλισσα του Άντορ μπορεί να είναι Άες Σεντάι, τότε ο Πρίγκιπας μπορεί να είναι Πρόμαχος. Κι εσύ θα είσαι ο δικός μου Πρόμαχος. Βάλε το καλά στο χοντροκέφαλό σου· μιλάω σοβαρά. Και σ’ αγαπώ». Εκείνος την κοίταξε. Τουλάχιστον δεν χαμογελούσε πια. Αλλά δεν είπε τίποτα, απλώς την κοίταζε. Εκείνη τράβηξε το χέρι της. «Λοιπόν; Δεν έχεις τίποτα να πεις;»
«Όταν εύχεσαι τόσον καιρό να ακούσεις κάτι», της είπε αργά, «και μετά το ακούσεις, ξαφνικά, απροειδοποίητα, είσαι σαν να χτυπά κεραυνός και να πέφτει βροχή στο διψασμένο χώμα την ίδια στιγμή. Είσαι αποσβολωμένος, αλλά θέλεις να το ξανακούσεις».