«Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ», του είπε, χαμογελώντας. «Λοιπόν;»
Αντί για απάντηση, τη σήκωσε ψηλά και τη φίλησε. Ήταν όμορφο όσο και στα όνειρα. Ήταν καλύτερο. Ήταν... Όταν τελικά την άφησε κάτω, εκείνη έμεινε στην αγκαλιά του· της είχαν κοπεί τα γόνατα. «Αρχόντισσά μου, Αελίτισσα Εγκουέν Άες Σεντάι», της είπε, «σ’ αγαπώ κι ανυπομονώ να με δεσμεύσεις». Αφήνοντας κατά μέρος την προσποιητή επισημότητα, πρόσθεσε με πιο μαλακό τόνο, «Σ’ αγαπώ, Εγκουέν αλ’Βέρ. Είπες ότι θέλεις μια χάρη. Τι χάρη; Το φεγγάρι περιδέραιο; Θα βάλω αμέσως έναν χρυσοχόο να πιάσει δουλειά. Άστρα να φορέσεις στα μαλλιά σου; Θα—»
«Μην πεις στην Κόιρεν και τις άλλες ότι είμαι εδώ. Μη με αναφέρεις καν».
Περίμενε ότι ο Γκάγουιν θα δίσταζε, μα εκείνος απλώς είπε, «Δεν θα το μάθουν από μένα. Ούτε κι από κανέναν άλλο, αν περνά από το χέρι μου». Έκανε μια παύση και μετά την έπιασε από τους ώμους. «Εγκουέν, δεν θα ρωτήσω τι γυρεύεις εδώ. Μη μιλάς, άκουσέ με. Ξέρω ότι η Σιουάν σε έμπλεξε στις πλεκτάνες της, και καταλαβαίνω ότι οφείλεις αφοσίωση σε έναν άνθρωπο που είναι από το χωριό σου. Δεν έχουν σημασία αυτά. Θα έπρεπε να είσαι στο Λευκό Πύργο και να σπουδάζεις· θυμάμαι που έλεγαν ότι θα γινόσουν μια ισχυρή Άες Σεντάι κάποια μέρα. Έχεις κανένα σχέδιο για να επιστρέψεις χωρίς... τιμωρία;» Εκείνη κούνησε το κεφάλι αμίλητη, κι αυτός συνέχισε με φούρια. «Ίσως μπορέσω να σκεφτώ κάτι, αν δεν βρεις κάτι πρώτη. Ξέρω ότι δεν είχες άλλη επιλογή από το να υπακούσεις στη Σιουάν, αλλά αμφιβάλλω αν η Ελάιντα το δεχθεί αυτό σαν δικαιολογία· αν πεις έστω και το όνομα της Σιουάν Σάντσε μπροστά της, θα το μετανιώσεις. Θα βρω τρόπο, κάπως. Το ορκίζομαι. Υποσχέσου μου όμως ότι ως τότε δεν θα κάνεις κάποια... ανοησία». Το χέρι του την έσφιξε για μια στιγμή, αρκετά για να την πονέσει. «Μόνο υποσχέσου μου ότι θα προσέχεις».
Μα το Φως, η Εγκουέν ήταν σε δύσκολη θέση. Δεν μπορούσε να του πει ότι δεν είχε την πρόθεση να επιστρέψει στον Πύργο όσο καθόταν η Ελάιντα στην Έδρα της Άμερλιν. Όσο για την «ανοησία», αυτό αφορούσε ό,τι είχε σχέση με τον Ραντ. Φαινόταν τόσο ανήσυχος. Γι’ αυτήν. «Θα προσέχω, Γκάγουιν. Το υπόσχομαι». Θα προσέχω όσο μπορώ, διόρθωσε μέσα της· ήταν μια μικρή αλλαγή, όμως έκανε πιο δύσκολο αυτό που είχε να του πει τώρα. «Έχω και δεύτερη χάρη να ζητήσω. Ο Ραντ δεν σκότωσε τη μητέρα σου». Πώς, άραγε, μπορούσε να το διατυπώσει ώστε να τον δυσκολέψει όσο το δυνατόν λιγότερο; Είτε του ήταν δύσκολο είτε όχι, έπρεπε να του το πει. «Υποσχέσου μου ότι δεν θα σηκώσεις χέρι ενάντια στον Ραντ μέχρι να σου αποδείξω ότι δεν το έκανε».
«Ορκίζομαι». Και πάλι δεν δίστασε καθόλου, όμως η φωνή του ήταν τραχιά και τα χέρια του την ξανάσφιξαν για μια στιγμή, πιο δυνατά απ’ όσο πριν. Εκείνη δεν μόρφασε· ο μικρός πόνος ήταν σαν πληρωμή για τον πόνο που του προκαλούσε.
«Έτσι πρέπει να γίνει, Γκάγουιν. Δεν το έκανε, μα θα χρειαστεί καιρός για να το αποδείξω». Πώς στο Φως μπορούσε να το αποδείξει; Ο λόγος του Ραντ δεν ήταν αρκετός. Τι μπέρδεμα που ήταν όλα αυτά. Έπρεπε να συγκεντρώνει την προσοχή της σε ένα πράγμα τη φορά. Τι σκάρωναν αυτές οι Άες Σεντάι;
Ο Γκάγουιν την ξάφνιασε καθώς έπαιρνε μια βραχνή ανάσα. «Θα εγκαταλείψω τα πάντα, θα προδώσω τα πάντα για σένα. Έλα να φύγουμε μαζί, Εγκουέν. Να τα αφήσουμε όλα πίσω μας. Έχω ένα μικρό κτήμα βόρεια της Ασπρογέφυρας, με αμπελώνα και χωριό, τόσο βαθιά στην εξοχή που ο ήλιος ανατέλλει δυο μέρες αργότερα. Ο κόσμος δεν θα μας αγγίζει εκεί. Μπορούμε να παντρευτούμε καθώς θα ταξιδεύουμε. Δεν ξέρω πόσος χρόνος μάς μένει —ο αλ’Θόρ· η Τάρμον Γκάι’ντον— αλλά θα τον περάσουμε μαζί».
Εκείνη τον κοίταξε κατάπληκτη. Ύστερα συνειδητοποίησε ότι είχε πει φωναχτά την τελευταία σκέψη της —τι σκάρωναν οι Άες Σεντάι;— και μια λέξη κλειδί —η λέξη προδοσία— πήρε νόημα. Ο Γκάγουιν νόμιζε ότι η Εγκουέν τον ήθελε για να κατασκοπεύει τις Άες Σεντάι. Και θα το έκανε γι’ αυτήν. Παρ’ όλο που θα έψαχνε απεγνωσμένα τρόπο να μην το κάνει, θα το έκανε, αν του το ζητούσε. Της είχε υποσχεθεί τα πάντα, κι εννοούσε τα πάντα, όποιο κι αν ήταν το κόστος για τον εαυτό του. Η Εγκουέν έδωσε μια υπόσχεση στον εαυτό της· στην πραγματικότητα, απευθυνόταν στον Γκάγουιν, αλλά μια τέτοια υπόσχεση δεν μπορούσε να την πει δυνατά. Αν του ξέφευγε κάτι που μπορούσε αυτή να το χρησιμοποιήσει, θα το χρησιμοποιούσε —έπρεπε— αλλά δεν θα ρωτούσε, ούτε για το πιο ελάχιστο. Όποιο κι αν ήταν το κόστος. Η Σαρίνε Νεμντάλ δεν θα καταλάβαινε, αλλά η Εγκουέν μόνο έτσι θα ανταποκρινόταν σ’ αυτό που της είχε προσφέρει εκείνος.
«Δεν μπορώ», του είπε απαλά. «Δεν θα καταλάβεις ποτέ πόσο θέλω να έρθω, αλλά δεν μπορώ». Γέλασε ξαφνικά, νιώθοντας δάκρυα στα μάτια της. «Όσο για σένα. Μιλάς για προδοσία; Γκάγουιν Τράκαντ, αυτή η λέξη σου ταιριάζει όσο το σκοτάδι ταιριάζει στον ήλιο». Καλές ήταν οι ανείπωτες υποσχέσεις, αλλά δεν μπορούσε να το αφήσει έτσι. Θα χρησιμοποιούσε ό,τι θα της έδινε ο ίδιος, θα το χρησιμοποιούσε εναντίον αυτών που εκείνος πίστευε. Κάτι έπρεπε να του προσφέρει. «Κοιμάμαι στις σκηνές, μα κάθε πρωί περπατώ στην πόλη. Μπαίνω από την Πύλη του Δρακοτείχους, λίγο μετά την ανατολή».