Выбрать главу

Εκείνος φυσικά το κατάλαβε. Την προσφορά πίστης στο λόγο του, το ότι άφηνε την ελευθερία της στη διάθεσή του. Την έπιασε από τα χέρια, τα γύρισε για να φιλήσει τρυφερά τις παλάμες της. «Μου έδωσες να κρατήσω κάτι πολύτιμο. Αν πηγαίνω στην Πύλη του Δρακοτείχους κάθε πρωί, σίγουρα θα βρεθεί κάποιος να το προσέξει, κι ίσως να μην μπορώ να έρχομαι κάθε πρωί, αλλά μην ξαφνιαστείς αν τις περισσότερες μέρες θα με βρίσκεις στο πλευρό σου λίγο αφότου θα έχεις μπει στην πόλη».

Όταν τελικά η Εγκουέν βγήκε έξω, ο ήλιος είχε σηκωθεί αρκετά κι ήταν η πιο καυτή στιγμή του απογεύματος, κάτι που έκανε τα πλήθη να αραιώσουν λιγάκι· μπορεί τα φιλιά του Γκάγουιν να μην ήταν η άσκηση που εννοούσαν γι’ αυτήν οι Σοφές, όμως η καρδιά της χτυπούσε γοργά σαν να είχε κάνει δρόμο τρέχοντας.

Διώχνοντάς τον από το νου της —ή μάλλον βάζοντάς τον κάπου στο βάθος με μεγάλο κόπο· δεν είχε τη δύναμη να τον διώξει— ξαναγύρισε στη σκοπιά της πλάι στο στάβλο. Κάποια ακόμα διαβιβίβαζε μέσα στο μέγαρο· κι όχι μόνο μία, εκτός αν ήταν μία που ύφαινε κάτι μεγάλο· η αίσθηση ήταν πιο αδύνατη απ’ όσο νωρίτερα αλλά όχι πολύ. Μια γυναίκα έμπαινε εκείνη τη στιγμή στον οίκο, μια μελαχρινή, την οποία η Εγκουέν δεν αναγνώρισε, αν και το αγέραστο του σκληρού προσώπου της έδειχνε καθαρά τι ήταν. Δεν προσπάθησε να κρυφακούσει πάλι και δεν έμεινε πολύ —αφού μπαινόβγαιναν, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να τη δουν και να την αναγνωρίσουν, παρά τα ρούχα της — αλλά καθώς έφευγε βιαστικά, μια σκέψη τριγυρνούσε επίμονα στο μυαλό της. Τι σκάρωναν;

«Σκοπεύουμε να του προσφέρουμε συνοδεία για την Ταρ Βάλον», είπε η Κατερίνε Αλρούντιν, ανασαλεύοντας ελαφρά. Δεν ήξερε αν οι Καιρχινές καρέκλες ήταν τόσο άβολες όσο έδειχναν ή αν απλώς πίστευε ότι ήταν άβολες επειδή έτσι έδειχναν. «Όταν φύγει από την Καιρχίν για την Ταρ Βάλον, θα υπάρξει... κενό εδώ».

Καθισμένη αγέλαστη σε μια χρυσοποίκιλτη καρέκλα απέναντι της, η Αρχόντισσα Κολαβήρ έγειρε λιγάκι προς τα μπρος. «Μου κινείς το ενδιαφέρον, Κατερίνε Σεντάι. Αφήστε μας», είπε απότομα στους υπηρέτες.

Η Κατερίνε χαμογέλασε.

«Σκοπεύουμε να του προσφέρουμε συνοδεία για την Ταρ Βάλον», είπε η Νεσούνε διαλέγοντας τα λόγια της με προσοχή, όμως διαισθάνθηκε μια αμυδρή ενόχληση. Παρά την ήρεμη έκφρασή του, ο Δακρυνός σάλευε διαρκώς τα πόδια του, νιώθοντας ταραχή μπροστά στην παρουσία μιας Άες Σεντάι, φοβούμενος ίσως ότι θα διαβίβαζε. Μόνο οι Αμαδισιανοί ήταν χειρότεροι. «Από τη στιγμή που θα αναχωρήσει για την Ταρ Βάλον, θα υπάρχει ανάγκη για εξουσία στην Καιρχίν».

Ο Υψηλός Άρχοντας Μάιλαν έγλειψε τα χείλη του. «Γιατί μου το λες αυτό;»

Το χαμόγελο της Νεσούνε μπορεί να σήμαινε οτιδήποτε.

Όταν η Σαρίνε μπήκε στο καθιστικό, μόνο η Κόιρεν κι η Έριαν ήταν εκεί κι έπιναν τσάι. Και φυσικά ένας υπηρέτης που περίμενε να βάλει κι άλλο τσάι. Η Σαρίνε του έκανε νόημα να βγει έξω. «Η Μπερελαίν ίσως σταθεί εμπόδιο», είπε όταν έκλεισε η πόρτα. «Δεν ξέρω αν στην περίπτωσή της θα φέρει καλύτερα αποτελέσματα το μήλο ή το μαστίγιο. Νομίζω πως έχω κανονίσει να δω τον Άρακομ, αλλά νομίζω θα χρειαστώ κι άλλο χρόνο με την Μπερελαίν».

«Είτε μήλο είτε μαστίγιο», είπε η Έριαν με τεταμένη φωνή. «Ό,τι χρειαστεί». Το πρόσωπό της έμοιαζε με χλωμό μάρμαρο ανάμεσα σε δύο φτερούγες κορακιού. Η μυστική μανία της ήταν η ποίηση, αν και δεν θα αποκάλυπτε ποτέ και σε κανέναν ότι την ενδιέφερε κάτι τόσο... συναισθηματικό. Θα πέθαινε από ντροπή, αν ο Βιτάλιεν, ο Πρόμαχός της, ανακάλυπτε ποτέ ότι είχε γράψει ποιήματα στα οποία τον σύγκρινε με λεοπάρδαλη, αλλά και με άλλα ζώα όλο κίνδυνο, δύναμη και χάρη.

«Συγκεντρώσου, Έριαν». Όπως συνήθως, η Κόιρεν μιλούσε λες κι έβγαζε λόγο. «Αυτό που την ενοχλεί, Σαρίνε, είναι μια φήμη που άκουσε η Γκαλίνα, μια φήμη που λέει ότι μια Πράσινη αδελφή βρισκόταν στο Δάκρυ μαζί με τον νεαρό Ραντ αλ’Θόρ κι είναι τώρα εδώ στην Καιρχίν». Πάντα τον αποκαλούσε «νεαρό Ραντ αλ’Θόρ», σαν να υπενθύμιζε σ’ όσους την άκουγαν πως ήταν νεαρός κι επομένως άπειρος.

«Η Μουαραίν κι επίσης μια Πράσινη», είπε στοχαστικά η Σαρίνε. Αυτό πράγματι αποτελούσε πρόβλημα. Η Ελάιντα επέμενε ότι η Μουαραίν κι η Σιουάν είχαν δράσει μόνες τους, όταν είχαν αφήσει τον Ραντ να τριγυρνά χωρίς καθοδήγηση, αλλά αν υπήρχε έστω και μία Άες Σεντάι ακόμα, ίσως σήμαινε ότι υπήρχαν κι άλλες, κι αυτό ήταν ένα νήμα που ίσως έβγαζε σε κάποιες, ίσως πολλές, από εκείνες που είχαν διαφύγει από τον Πύργο όταν είχε καθαιρεθεί η Σιουάν. «Πάντως, πρόκειται μόνο περί φήμης».