«Και πάλι δεν μ’ αρέσει να προετοιμάζομαι για την αποτυχία», μουρμούρισε η Έριαν, σκυμμένη στο φλιτζάνι της.
«Δεν θα μου κακοφανεί», είπε η Γκαλίνα, «αν βρούμε λίγο χρόνο για να οδηγήσουμε τη Μουαραίν στα χέρια της δικαιοσύνης. Τόσον καιρό περιμέναμε· δεν υπάρχει μεγάλη βιασύνη για τον αλ’Θόρ».
Η Σαρίνε αναστέναξε. Αυτά που έκαναν τα έκαναν πολύ καλά, όμως αυτή δεν τις καταλάβαινε· δεν υπήρχε ούτε ίχνος λογικής μέσα τους.
Ανέβηκε στα δωμάτιά της πάνω, κάθισε μπροστά στο τζάκι κι άρχισε να διαβιβάζει. Μήπως αυτός ο Ραντ αλ’Θόρ είχε όντως ανακαλύψει εκ νέου πώς να Ταξιδεύει; Ήταν αδύνατο να το πιστέψεις, μα ήταν η μόνη εξήγηση. Τι είδους άνθρωπος ήταν; Η Σαρίνε θα το ανακάλυπτε αυτό όταν τον γνώριζε, όχι νωρίτερα. Γεμάτη σαϊντάρ, σχεδόν στο σημείο που η γλύκα γινόταν πόνος, άρχισε να κάνει τις ασκήσεις των μαθητευομένων. Βοηθούσαν κάπως. Ήταν λογικό να προετοιμάζεσαι.
26
Γραμμές Σύνδεσης
Η βροντή απλώθηκε στους χαμηλούς λόφους με το ξερό γρασίδι σαν συνεχές κυμάτισμα, αν κι ο ουρανός δεν είχε ούτε ένα σύννεφο, παρά μόνο τον πυρωμένο ήλιο, που ακόμα δεν είχε φτάσει στο ζενίθ του. Στην κορυφή ενός λόφου, ο Ραντ κρατούσε τα χαλινάρια και το Σκήπτρο του Δράκοντα στο μπροστάρι της σέλας του και περίμενε. Η βροντή δυνάμωσε. Του ήταν δύσκολο να μην κοιτάζει συνεχώς πάνω από τον ώμο του, νότια προς την Αλάνα. Σήμερα είχε χτυπήσει τη φτέρνα της, είχε γδάρει το χέρι της, κι ήταν όλο νεύρα. Ο Ραντ δεν είχε ιδέα πώς και γιατί· δεν είχε ιδέα επίσης πώς μπορούσε να είναι τόσο σίγουρος. Η βροντή έφτασε στο αποκορύφωμά της.
Οι Σαλδαίοι ιππείς ξεπρόβαλαν στο επόμενο ύψωμα, αραδιασμένοι σε τριάδες, καλπάζοντας, σχηματίζοντας μια μακριά, φιδίσια γραμμή που δεν είχε τελειωμό καθώς έρχονταν ολοένα, κατεβαίνοντας την πλαγιά και μπαίνοντας στο πλατύ λιβάδι ανάμεσα στους λόφους. Εννιά χιλιάδες άνδρες σχημάτιζαν ένα πολύ μακρύ φίδι. Στα ριζά του λόφου χωρίστηκαν· η κεντρική φάλαγγα προχώρησε ίσια, ενώ οι δύο άλλες έστριψαν δεξιά κι αριστερά, και κάθε φάλαγγα διαιρέθηκε και ξαναδιαιρέθηκε, ώσπου προχωρούσαν κατά εκατοντάδες, περνώντας οι μεν δίπλα από τους δε. Οι ιππείς στάθηκαν όρθιοι πατώντας τη σέλα, μερικοί με τα πόδια, άλλοι ανάποδα στηριγμένοι στα χέρια. Άλλοι έσκυβαν απίστευτα χαμηλά για να μπατσίσουν το έδαφος πρώτα από τη μια πλευρά του καλπάζοντος αλόγου τους και μετά από την άλλη. Κάποιοι άφηναν τις σέλες και σέρνονταν κάτω από τα άλογά τους που έτρεχαν ή πηδούσαν στο έδαφος, κι έτρεχαν για μερικές δρασκελιές πλάι στο ζώο πριν ξαναπηδήξουν στη σέλα από την άλλη μεριά για να επαναλάβουν την παράσταση.
Ο Ραντ σήκωσε τα γκέμια και χτύπησε με τις φτέρνες τον Τζήντ’εν για να ξεκινήσει. Όταν το πιτσιλωτό άλογο προχώρησε, το ίδιο έκαναν κι οι Αελίτες που τον κύκλωναν. Αυτό το πρωί οι άνδρες ήταν Χορευτές των Βουνών, Χάμα Ν’ντόρε, που οι μισοί και περισσότεροι φορούσαν το περιμετώπιο σισβαϊ’αμάν. Ο Κάλντιν γκριζομάλλης με επιδερμίδα σαν πετσί, είχε προσπαθήσει να πείσει τον Ραντ να φέρει περισσότερους από είκοσι, αφού υπήρχαν τριγύρω τόσοι αρματωμένοι υδρόβιοι· οι Αελίτες δεν έχασαν χρόνο με αποδοκιμαστικές ματιές για το σπαθί του Ραντ. Η Ναντέρα συνήθως παρακολουθούσε με το βλέμμα τις περίπου διακόσιες γυναίκες που τους ακολουθούσαν έφιππες· έδειχνε να βρίσκει πιο απειλητικές τις Σαλδαίες αρχόντισσες και τις συζύγους των αξιωματικών παρά τους στρατιώτες, κι ο Ραντ, έχοντας γνωρίσει μερικές, δεν θα διαφωνούσε εύκολα. Η Σούλιν μάλλον θα συμφωνούσε. Σκέφτηκε ότι δεν είχε δει τη Σούλιν από... Δεν την είχε δει από την επιστροφή τους από τη Σαντάρ Λογκόθ. Οκτώ μέρες. Αναρωτήθηκε μήπως είχε κάνει κάτι που την είχε προσβάλει.
Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να αναρωτιέται για τη Σούλιν και το τζι’ε’τόχ. Έκανε κύκλο γύρω από την κοιλάδα κι έφτασε στη λοφοκορφή όπου είχαν πρωτοεμφανιστεί στο βλέμμα του οι Σαλδαίοι. Ο Μπασίρε γυρνούσε ο ίδιος εκεί κάτω, εξετάζοντας μια-μια τις ομάδες που έκαναν επίδειξη· σχεδόν από σύμπτωση, το έκανε καθώς στεκόταν όρθιος στη σέλα του.
Για μια στιγμή ο Ραντ άδραξε το σαϊντίν και το άφησε μια στιγμή αργότερα. Με αυτή την υποβοήθηση στην όρασή του, δεν είχε δυσκολευτεί να δει τις δύο άσπρες πέτρες που κείτονταν κοντά στη ρίζα της πλαγιάς, ακριβώς εκεί που τις είχε βάλει ο Μπασίρε την προηγούμενη νύχτα σε απόσταση τεσσάρων βημάτων μεταξύ τους. Με λίγη τύχη, δεν θα τον είχε δει κανείς. Με λίγη τύχη, κανείς δεν θα τον ρωτούσε γι’ αυτό σήμερα το πρωί. Παρακάτω, κάποιοι άνδρες ίππευαν δύο άλογα μαζί, με ένα πόδι σε κάθε σέλα, ενώ αυτά συνέχιζαν να καλπάζουν. Άλλα άλογα είχαν έναν άνδρα, που μερικές φορές στεκόταν στα χέρια του.