Ο Ραντ κοίταξε τριγύρω ακούγοντας ένα άλογο να τον πλησιάζει. Η Ντέιρα νι Γκαλίν τ’ Μπασίρε προχωρούσε καβάλα ανάμεσα στους Αελίτες με φαινομενική αδιαφορία· οπλισμένη μόνο με ένα εγχειρίδιο στην ασημένια ζώνη της, φορώντας ένα φόρεμα ιππασίας από γκρίζο μετάξι, ασημοκέντητο στα μανίκια και στον ψηλό γιακά, έμοιαζε να τους προκαλεί να της επιτεθούν. Ήταν μεγαλόσωμη γυναίκα, σχεδόν εξίσου ψηλή με τις Κόρες, σχεδόν μια παλάμη ψηλότερη από το σύζυγο της. Δεν ήταν χοντρή, ούτε καν παχουλή, απλώς ήταν μεγαλόσωμη. Είχε λευκές πινελιές στα μελαχρινά μαλλιά της και τα μαύρα, γερτά μάτια της ήταν στυλωμένα στον Ραντ. Αυτός ήταν σίγουρος πως ήταν μια όμορφη γυναίκα όταν η παρουσία του δεν έδινε μια γρανιτένια όψη στο πρόσωπό της.
«Βρίσκεις... διασκεδαστικό το σύζυγό μου;» Ποτέ δεν αναφερόταν με οποιονδήποτε τίτλο στον Ραντ, ποτέ δεν χρησιμοποιούσε το όνομά του.
Εκείνος κοίταξε τις υπόλοιπες Σαλδαίες. Τον παρακολουθούσαν σαν ίλη ιππικού έτοιμη να εφορμήσει, με πρόσωπα επίσης από γρανίτη, με τα γερτά μάτια τους παγωμένα. Το μόνο που ήθελαν ήταν μια εντολή της Ντέιρα. Ο Ραντ δεν δυσκολευόταν να πιστέψει τις ιστορίες για τις Σαλδαίες που έπαιρναν τα ξίφη των νεκρών συζύγων τους κι οδηγούσαν τους άνδρες πάλι στη μάχη. Είχε φερθεί φιλικά, μα δεν είχε βγάλει άκρη με τη σύζυγο του Μπασίρε· όσο για τον Μπασίρε, εκείνος απλώς σήκωνε τους ώμους κι έλεγε ότι μερικές φορές ήταν δύσκολη γυναίκα, ταυτοχρόνως χαμογελώντας, σίγουρα από καμάρι.
«Πες στον Άρχοντα Μπασίρε ότι είμαι ευχαριστημένος», είπε. Έστριψε τον Τζήντ’εν και ξεκίνησε προς το Κάεμλυν. Τα μάτια των Σαλδαίων γυναικών ήταν σαν να τον κάρφωναν στην πλάτη.
Ο Λουζ Θέριν χαχάνιζε, αυτή ήταν η μόνη λέξη. Μην πιέζεις ποτέ μια γυναίκα αν δεν είναι ανάγκη. Θα σε σκοτώσει πιο γρήγορα απ’ όσο θα σε σκότωνε ένας άνδρας, και με μικρότερη αιτία, ακόμα κι αν μετά κλάψει γι αυτό.
Είσαι στ αλήθεια εκεί; ζήτησε να μάθει ο Ραντ. Είσαι κάτι παραπάνω από μια φωνή; Του απάντησε μονάχα εκείνο το μαλακό, τρελό γέλιο.
Σ’ όλο το δρόμο για το Κάεμλυν τον έτρωγε η σκέψη του Λουζ Θέριν, ακόμα κι όταν πέρασαν τα μακριά κτήρια με τις κεραμιδοσκεπές, τα οποία στέγαζαν καταστήματα που πλαισίωναν το δρόμο προς τις πύλες και μπήκαν στη Νέα Πόλη. Ανησυχούσε μήπως τρελαινόταν —όχι μόνο για το γεγονός καθαυτό, αν κι ήταν κάτι κακό από μόνο του· αλλά αν τρελαινόταν, πώς θα έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει;— αλλά ακόμα δεν είχε δει κανένα σημάδι. Αλλά βέβαια, αν το μυαλό του λύγιζε, πώς θα το καταλάβαινε; Δεν είχε δει ποτέ τρελό. Το μόνο στοιχείο ήταν τα παραμιλητά του Λουζ Θέριν μέσα στο κεφάλι του. Μήπως όλοι τρελαίνονταν με ίδιο τρόπο; Μήπως θα καταντούσε κι ο ίδιος σ’ αυτή την κατάσταση, να γελά και να κλαίει για πράγματα τα οποία κανείς άλλος δεν έβλεπε και δεν ήξερε; Ο Ραντ ήξερε ότι είχε μια ελπίδα να ζήσει, έστω κι αν ήταν φαινομενικά απίθανη. Αν θέλεις να ζήσεις, πρέπει να πεθάνεις. ήταν κάτι που ήξερε πως πρέπει να ήταν αληθινό, που του το είχαν πει μέσα σε ένα τερ’ανγκριάλ όπου οι απαντήσεις ήταν πάντα αληθινές αν κι έμοιαζαν πάντα να είναι δυσνόητες. Μα να ζει έτσι... Αναρωτιόταν μήπως θα προτιμούσε να πεθάνει.
Τα πλήθη της Νέας Πόλης άνοιξαν χώρο μπροστά στους σαράντα Αελίτες, κι αρκετοί αναγνώριζαν επίσης τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Ίσως να τον αναγνώριζαν περισσότεροι, μα μόνο σκόρπιες επευφημίες υψώθηκαν στο διάβα του. «Το Φως να φωτίζει τον Αναγεννημένο Δράκοντα!» κι «Η δόξα του Φωτός για τον Αναγεννημένο Δράκοντα!» κι «Ο Αναγεννημένος Δράκοντας, ο Βασιλιάς του Άντορ!»
Αυτό το τελευταίο τον τάραζε όποτε το άκουγε, και δεν ήταν λίγες οι φορές που το άκουγε. Έπρεπε να βρει την Ηλαίην. Κατάλαβε ότι έτριζε τα δόντια του. Δεν μπορούσε ούτε να κοιτάξει τον κόσμο στους δρόμους· του ερχόταν να τους βάλει να γονατίσουν, να τους φωνάξει με βρυχηθμό ότι η Ηλαίην ήταν η βασίλισσά τους. Προσπάθησε να μην τους ακούει και περιεργαζόταν τον ουρανό, τις στέγες, ό,τι άλλο εκτός από το πλήθος. Κι αυτός ήταν ο λόγος που είδε έναν άνδρα με λευκό μανδύα να ορθώνεται σε μια στέγη με κόκκινα κεραμίδια και να σηκώνει μια βαλλίστρα.
Όλα έγιναν μέσα σε λίγες στιγμές. Ο Ραντ άρπαξε το σαϊντίν και διαβίβασε, καθώς το βέλος χιμούσε πάνω του· το κοντό βέλος χτύπησε Αέρα, μια ασημόχρωμη, γαλάζια μάζα που κρεμόταν πάνω από το δρόμο, με μια κλαγγή σαν να χτυπούσε μέταλλο πάνω σε μέταλλο. Μια μπάλα φωτιάς πετάχτηκε από το χέρι του Ραντ και χτύπησε το βαλλιστροφόρο κατάστηθα, ενώ το βέλος αναπηδούσε πάνω στην ασπίδα από Αέρα. Φλόγες τύλιξαν τον άνδρα, που έπεσε ουρλιάζοντας από τη στέγη. Και κάποιος έπεσε πάνω στον Ραντ, ρίχνοντάς τον από τη σέλα.