Выбрать главу

Ο Ραντ έπεσε απότομα στο πλακόστρωτο με κάτι βαρύ πάνω του· του κόπηκαν η ανάσα και το σαϊντίν μαζί. Πασχίζοντας να ανασάνει, πάλεψε με το βάρος, το γύρισε — και βρέθηκε να κρατά από τα μπράτσα την Ντεσόρα. Αυτή του χαμογέλασε, μ’ ένα υπέροχο χαμόγελο, και μετά το κεφάλι της έγειρε στο πλάι. Τον ατένισαν γαλάζια μάτια που δεν έβλεπαν, που θόλωναν. Ένα κοντό βέλος που ξεπρόβαλλε από τα πλευρά της πίεζε τον καρπό του. Γιατί άραγε η Ντεσόρα ήθελε να κρύβει ένα τόσο υπέροχο χαμόγελο;

Χέρια τον άρπαξαν, τον σήκωσαν όρθιο· οι Κόρες κι οι Χορευτές των Βουνών τον έσπρωξαν στην άκρη του δρόμου, κοντά στην πρόσοψη του μαγαζιού ενός γανωτή, και σχημάτισαν πεπλοφορεμένοι έναν στενό κύκλο γύρω του, κρατώντας τα τόξα από κέρατο, με τα μάτια να χτενίζουν το δρόμο και τις οροφές. Φωνές κι ουρλιαχτά αντηχούσαν από παντού, όμως ο δρόμος ήταν ήδη άδειος σε απόσταση πενήντα βημάτων και προς τις δύο κατευθύνσεις, και πέρα υπήρχε μια ανταριασμένη μάζα ανθρώπων που πάλευαν να απομακρυνθούν. Ο δρόμος ήταν άδειος, αν εξαιρούσες τα πτώματα. Η Ντεσόρα, κι έξι άλλοι, τρεις εκ των οποίων Αελίτες. Του φάνηκε πως ένα πτώμα ήταν μιας Κόρης. Από μακριά δεν ήταν εύκολο να διακρίνεις όταν κάποιος κειτόταν ζαρωμένος σαν κουβάρι πανιά.

Ο Ραντ προχώρησε κι οι Αελίτες γύρω του τον έζωσαν πιο σφιχτά, σαν τείχος από σάρκα. «Αυτά τα μέρη είναι λαβύρινθος, σαν λαγούμια λαγών», είπε με τόνο ήρεμης συζήτησης η Ναντέρα, χωρίς να πάψει να ψάχνει με τα μάτια που φαίνονταν πίσω από το πέπλο της. «Αν μπεις στο χορό εκεί, τότε ίσως σε καρφώσουν στην πλάτη πριν καλά-καλά καταλάβεις ότι υπάρχει κίνδυνος».

Ο Κάλντιν ένευσε. «Θυμήθηκα τώρα μια φορά που ήμουν κοντά στο Σένταρ Κατ, όταν — Τουλάχιστον έχουμε έναν αιχμάλωτο». Κάποιοι από τους Χάμα Ν’ντόρε του είχαν βγει από ένα καπηλειό στην άλλη πλευρά του δρόμου κι έσπρωχναν μπροστά τους έναν άνδρα με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα. Αυτός πάλευε να ξεφύγει, ώσπου τον έριξαν στα γόνατα κι ακούμπησαν τις αιχμές των λογχών στο λαιμό του. «Ίσως μας πει ποιος έδωσε τη διαταγή». Ο Κάλντιν το είπε σαν να μην είχε την παραμικρή αμφιβολία.

Ύστερα από μια στιγμή, μερικές Κόρες βγήκαν από ένα άλλο κτήριο με άλλον ένα δεμένο άνδρα, ο οποίος κούτσαινε κι είχε το πρόσωπο ματωμένο. Πολύ γρήγορα, τέσσερις άνδρες ήταν γονατισμένοι στο δρόμο υπό τη φρούρηση των Αελιτών. Στο τέλος, το ημικύκλιο που έπνιγε τον Ραντ χαλάρωσε.

Οι τέσσερις είχαν σκληρό πρόσωπο, αν κι εκείνος με τα αίματα λικνιζόταν και κοίταζε ζαλισμένα τους Αελίτες. Δύο άλλοι ήταν κατσουφιασμένοι και προκλητική, ενώ ο τέταρτος έδειχνε να χλευάζει.

Ο Ραντ ένιωσε τα χέρια του να σφίγγονται νευρικά. «Σίγουρα ήταν αναμεμιγμένοι;» Δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο μαλακή ηχούσε η φωνή του, πόσο σταθερή. Η μοιροφωτιά θα έλυνε τα πάντα. Όχι μοιροφωτιά, του είπε ξέπνοα ο Λουζ Θέριν. Ποτέ πια. «Είστε σίγουροι;»

«Ναι», είπε μια Κόρη· ο Ραντ δεν ήξερε ποια ήταν πίσω από το πέπλο της. «Αυτό το φορούσαν όλοι εκείνοι που σκοτώσαμε». Έβγαλε ένα μανδύα από πίσω από τα δεμένα χέρια του ματωμένου άνδρα. Ήταν ένας φθαρμένος λευκός μανδύας, όλο βρώμα και λεκέδες, με ένα χρυσό πολυάκτινο ήλιο κεντημένο στο στήθος. Ίδιους είχαν κι οι άλλοι τρεις.

«Αυτούς εδώ τους είχαν για να παρακολουθούν», πρόσθεσε ένας πλατύσωμος Χορευτής των Βουνών, «και για να δώσουν αναφορά, αν η επίθεση πήγαινε άσχημα για τους άλλους». Γέλασε, μ’ ένα ήχο σαν κοφτό γαύγισμα. «Αυτός που τους έστειλε δεν ήξερε πόσο άσχημα θα πήγαιναν τα πράγματα».

«Κανείς απ’ αυτούς τους άνδρες δεν έριξε με βαλλίστρα;» ρώτησε ο Ραντ. Μοιροφωτιά. Όχι, τσίριξε ο Λουζ Θέριν στο βάθος. Οι Αελίτες αντάλλαξαν ματιές, κούνησαν τα κεφάλια που ήταν τυλιγμένα με το σούφα. «Κρεμάστε τους», είπε ο Ραντ. Ο άνδρας με το ματωμένο πρόσωπο σχεδόν λιποθύμησε. Ο Ραντ τον άρπαξε με ροές Αέρα, τον έστησε όρθιο. Μόλις τώρα συνειδητοποιούσε ότι κρατούσε το σαϊντίν. Καλοδέχτηκε τον αγώνα για την επιβίωση· καλοδέχτηκε ακόμα και το μόλυσμα, που λέκιαζε τα κόκαλα του σαν όξινος βούρκος. Τον έκανε να αντιλαμβάνεται λιγότερο έντονα τα πράγματα που θα προτιμούσε να μη θυμάται, τα συναισθήματα που θα προτιμούσε να μη νιώθει. «Πώς σε λένε;»

«Φ-Φάραλ, Ά-Άρχοντά μου. Ντ-Ντίμιρ Φάραλ». Τα μάτια του γούρλωναν, πέφτοντας σχεδόν από τις κόγχες τους, καθώς κοίταζαν τον Ραντ μέσα από τη μάσκα του αίματος. «Σ-Σε παρακαλώ, μη με κ-κρεμάσεις, Ά-Άρχοντά μου. Θα π-περπατήσω οίο Φως, το ορ-ορκίζομαι!»

«Είσαι πολύ τυχερός άνθρωπος, Ντίμιρ Φάραλ». Η φωνή του Ραντ ηχούσε απόμακρη στα ίδια του τα αυτιά όσο κι οι κραυγές του Λουζ Θέριν. «Θα δεις τους φίλους σου να κρεμιούνται». Ο Φάραλ άρχισε να κλαψουρίζει. «Ύστερα θα σου δώσουμε ένα άλογο και θα πας να πεις στον Πέντρον Νάιαλ ότι μια μέρα θα τον κρεμάσω γι’ αυτό που έγινε εδώ». Όταν έλυσε τις ροές του Αέρα, ο Φάραλ σωριάστηκε καταγής, λέγοντας με βογκητά ότι θα πήγαινε καβάλα στο Άμαντορ δίχως να σταματήσει πουθενά. Οι τρεις που θα πέθαιναν κοίταξαν με περιφρόνηση τον άνδρα που κλαψούριζε. Ένας τους τον έφτυσε.