Выбрать главу

Ο Ραντ τους έδιωξε από τις σκέψεις του. Αρκούσε να θυμάται τον Πέντρον Νάιαλ. Είχε και κάτι ακόμα να κάνει. Άφησε το σαϊντίν, παλεύοντας όπως πάντα για να ξεφύγει χωρίς να γίνει παρανάλωμα, παλεύοντας για να πείσει τον εαυτό του να το αφήσει. Γι’ αυτό που είχε να κάνει, δεν ήθελε ασπίδα από τα συναισθήματά του.

Μια Κόρη ίσιωνε το κορμί της Ντεσόρα· της σήκωνε το πέπλο. Άπλωσε το χέρι της να τον σταματήσει όταν εκείνος άγγιξε εκείνο το κομμάτι του μαύρου αλγκόντ, δίστασε όταν είδε το πρόσωπό του, και ξανακάθισε στα καλάμια της.

Ο Ραντ ύψωσε το πέπλο και χάραξε στη μνήμη του το πρόσωπο της Ντεσόρα. Τώρα έμοιαζε να κοιμάται. Η Ντεσόρα, της σέπτας Μουσάρα του Ρέυν Άελ. Η Λάιαχ, του Κοσάιντα Τσαρήν, κι η Νταϊλίν, του Σιδερένιου Βουνού του Τάαρνταντ, κι η Λαμέλ, του Καπνόνερου του Μιαγκόμα, και... Τόσο πολλές. Μερικές φορές απαριθμούσε ένα-ένα τα ονόματα της λίστας από την αρχή. Υπήρχε ένα όνομα στη λίστα που δεν το είχε βάλει ο ίδιος. Ιλυένα Θέριν Μοερέλ. Δεν ήξερε με ποιον τρόπο το είχε βάλει εκεί ο Λουζ Θέριν, αλλά δεν θα το έσβηνε ακόμα κι αν ήξερε πώς.

Έφυγε από τη, Ντεσόρα, τόσο με κόπο, όσο και με ανακούφιση, και με μεγάλη ανακούφιση έμαθε ότι εκείνη που νόμιζε πως ήταν δεύτερη νεκρή Κόρη ήταν αντιθέτως άνδρας, κοντός για Αελίτη. Πονούσε για τους άνδρες που είχαν πεθάνει γι’ αυτόν, αλλά γι’ αυτούς θυμόταν ένα παλιό ρητό, «Άσε τους νεκρούς να αναπαυτούν, και νοιάσου για τους ζωντανούς». Δεν ήταν εύκολο, αλλά μπορούσε να πιέσει τον εαυτό του να το κάνει. Δεν μπορούσε καν να πείσει τον εαυτό του να προφέρει τις λέξεις όταν ήταν νεκρή μια γυναίκα.

Το βλέμμα του στάθηκε σε φουστάνια απλωμένα στο πλακόστρωτο. Δεν είχαν πεθάνει μόνο Αελίτες.

Η γυναίκα είχε δεχθεί ένα βέλος από βαλλίστρα ανάμεσα στις ωμοπλάτες της. Ελάχιστο αίμα λέκιαζε την πλάτη του φορέματός της· ο θάνατος ήταν ταχύς, μια μικρή ευλογία. Ο Ραντ γονάτισε και τη γύρισε από την άλλη μεριά, όσο πιο μαλακά μπορούσε· η άλλη άκρη του βέλους ξεπρόβαλλε από το στήθος της. Ήταν ένα τετράγωνο πρόσωπο, μια μεσήλικη γυναίκα, με ίχνη από γκρίζο στα μαλλιά. Τα μαύρα μάτια της ήταν διάπλατα ανοιχτά· είχε μια έκπληκτη έκφραση. Δεν ήξερε το όνομά της, όμως αποτύπωσε στο μυαλό το πρόσωπό της. Είχε σκοτωθεί επειδή ήταν στον ίδιο δρόμο μαζί του.

Έπιασε τη Ναντέρα από το μπράτσο κι εκείνη τίναξε το χέρι του από πάνω της, για να μπορεί να χρησιμοποιήσει το τόξο της, όμως γύρισε να τον κοιτάξει. «Βρες την οικογένεια αυτής της γυναίκας και φρόντισε να έχουν ό,τι χρειαστούν. Χρυσάφι...» Δεν ήταν αρκετό. Αυτό που χρειάζονταν ήταν να ξαναβρούν μια σύζυγο, μια μητέρα· αυτό δεν μπορούσε να τους το προσφέρει. «Φρόντισέ τους», είπε. «Και μάθε το όνομά της».

Η Ναντέρα άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του και μετά ξανάπιασε το τόξο της. Όταν ο Ραντ σηκώθηκε, οι Κόρες τον κοίταζαν. Κοίταζαν, βεβαίως, τα πάντα, όπως συνήθως, αλλά τα κρυμμένα στα πέπλα πρόσωπα στρέφονταν κάπως πιο συχνά προς το μέρος του. Η Σούλιν ήξερε τι ένιωθε μέσα του, αν και δεν γνώριζε για τη λίστα, αλλά ο Ραντ δεν ήξερε αν εκείνη το είχε πει στους άλλους. Αν το είχε πει, ο Ραντ δεν ήξερε τι ένιωθαν γι’ αυτό.

Ξαναγύρισε στο σημείο που είχε πέσει, μάζεψε το θυσανωτό Σκήπτρο του Δράκοντα. Δυσκολεύτηκε να σκύψει, κι η κοντή λόγχη του φάνηκε βαριά. Ο Τζήντ’εν δεν είχε πάει μακριά όταν η σέλα είχε αδειάσει· το άλογο ήταν καλά γυμνασμένο. Ο Ραντ ανέβηκε στη ράχη του. «Έκανα ό,τι μπορώ εδώ», είπε —ας το έπαιρναν όπως ήθελαν— και χτύπησε το άλογο με τις φτέρνες του.

Αν δεν μπορούσε να ξεφύγει από τις μνήμες, τουλάχιστον μπορούσε να ξεφύγει από τους Αελίτες. Τουλάχιστον για λίγο. Είχε παραδώσει τον Τζήντ’εν σε έναν ιπποκόμο και είχε μπει στο παλάτι όταν πια τον πρόφτασαν η Ναντέρα κι ο Κάλντιν, μαζί με τα δύο τρίτα του αριθμού από Κόρες και Χορευτές των Βουνών που διέθεταν. Είχαν αφήσει μερικούς να φροντίσουν τους νεκρούς. Ο Κάλνιν είχε μια ξινή, ενοχλημένη έκφραση. Από τις φλόγες που πετούσαν τα μάτια της Ναντέρα, ο Ραντ σκέφτηκε πως ήταν τυχερός που δεν είχε ανεβάσει το πέπλο της.

Πριν εκείνη ανοίξει το στόμα της, η Κυρά Χάρφορ πλησίασε τον Ραντ κι έκλινε βαθιά το γόνυ. «Άρχοντα Δράκοντα», είπε με βαθιά, δυνατή φωνή, «η Κυρά των Κυμάτων της Φατρίας Κάτελαρ, των Άθά’αν Μιέρε, ζητά να τη δεχθείς σε ακρόαση».