Выбрать главу

Αν το έξοχα ραμμένο ερυθρόλευκο φόρεμα της Ρήνε δεν έφτανε για να δείξει ότι ο τίτλος της «Αρχικαμαριέρας» ήταν ατυχής, το έδειχνε το φέρσιμό της. Ήταν μια κάπως παχουλή γυναίκα με μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν και μακρύ πηγούνι, και κοίταζε τον Ραντ κατάματα, γέρνοντας το κεφάλι πίσω για να το καταφέρει· με κάποιον τρόπο, συνδύαζε τον προσήκοντα σεβασμό, την απόλυτη έλλειψη δουλικότητας και μια αποστασιοποίηση που δυσκολεύονταν να επιδείξουν οι περισσότεροι αριστοκράτες. Σαν τον Χάλγουιν Νόρυ, είχε μείνει ενώ οι περισσότεροι το είχαν σκάσει, αν κι ο Ραντ σχεδόν υποψιαζόταν ότι είχε μείνει για να προστατεύσει το Παλάτι από εισβολείς. Δεν θα ξαφνιαζόταν αν μάθαινε ότι η Ρήνε ερευνούσε περιοδικά τα διαμερίσματά του για να βρει τυχόν κρυμμένα τιμαλφή. Δεν θα ξαφνιαζόταν αν μάθαινε ότι προσπαθούσε να ψάξει και τους Αελίτες.

«Των Θαλασσινών;» είπε αυτός. «Τι θέλουν;»

Εκείνη του έριξε μια υπομονετική ματιά, προσπαθώντας να δείξει επιείκεια. Προσπαθώντας, ίσως χωρίς να το καταφέρνει. «Η αίτηση δεν λέει, Άρχοντα Δράκοντα».

Αν ήξερε κάτι η Μουαραίν για τους Θαλασσινούς, δεν το είχε συμπεριλάβει στην εκπαίδευσή του, αλλά από τη στάση της Ρήνε φαινόταν ότι αυτή η γυναίκα ήταν σημαίνον πρόσωπο. Ο τίτλος Κυρά των Κυμάτων ακουγόταν σημαντικός. Αυτό σήμαινε ότι θα τη δεχόταν στη Μεγάλη Αίθουσα. Δεν είχε βρεθεί εκεί από τότε που είχε επιστρέψει από την Καιρχίν. Όχι ότι είχε λόγο να αποφεύγει την αίθουσα που βρισκόταν ο θρόνος· απλώς δεν είχε υπάρξει ανάγκη να πάει εκεί. «Το απόγευμα», είπε αργά. «Πες της ότι θα τη δω το απογευματάκι. Της πρόσφερες ωραία διαμερίσματα; Και στην ακολουθία της;» Σίγουρα δεν θα ταξίδευε μόνη της μια γυναίκα με τόσο επιβλητικό τίτλο.

«Αρνήθηκε να τα δεχθεί· έχουν κλείσει δωμάτια στη Μπάλα και το Στεφάνι». Το στόμα της σφίχτηκε λιγάκι· όσο ψηλά ιστάμενη κι αν ήταν η Κυρά των Κυμάτων, αυτό δεν ήταν σωστό, κατά τη γνώμη της Ρήνε Χάρφορ. «Ήταν όλοι κατασκονισμένοι και πιασμένοι από το ταξίδι, καλά-καλά δεν μπορούσα να σταθούν. Ήρθαν με άλογα, όχι με άμαξα, και δεν πιστεύω να είναι συνηθισμένοι στα άλογα». Βλεφάρισε όταν κατάλαβε ότι είχε χαλαρώσει τόσο πολύ, κι ανάκτησε την αυτοκυριαρχία της σαν να έβαζε μανδύα. «Και κάποια άλλη επιθυμεί να σε δει, Άρχοντα Δράκοντα». Ο τόνος της είχε μια αμυδρή νότα απέχθειας. «Η Αρχόντισσα Ελένια».

Παραλίγο θα έκανε κι ο ίδιος μια γκριμάτσα. Σίγουρα η Ελένια είχε έτοιμο κι άλλο κήρυγμα για τις αξιώσεις της επί του Θρόνου του Λιονταριού· προς το παρόν, ο Ραντ είχε καταφέρει να μην ακούσει πάνω από μια λέξη στις τρεις. Θα ήταν εύκολο να της αρνηθεί. Πάντως θα έπρεπε να μάθει κάτι για την ιστορία του Άντορ, και κανείς εκεί γύρω δεν ήξερε περισσότερα επί του θέματος από την Ελένια Σάραντ. «Στείλε την στα δωμάτια μου, σε παρακαλώ».

«Στ’ αλήθεια προτίθεσαι να δώσεις το θρόνο στην Κόρη-Διάδοχο;» Ο τόνος της Ρήνε δεν ήταν τραχύς, αλλά ο σεβασμός είχε χαθεί. Η έκφρασή της δεν είχε αλλάξει, όμως ο Ραντ ήταν σίγουρος ότι με μια λάθος απάντησή του η Ρήνε θα κραύγαζε, «Για την Ηλαίην και το Λευκό Λιοντάρι» και θα προσπαθούσε να του σπάσει το κεφάλι, είτε υπήρχαν Αελίτες εκεί είτε όχι.

«Ναι», αναστέναξε αυτός. «Ο Θρόνος του Λιονταριού ανήκει στην Ηλαίην. Μα το Φως και την ελπίδα μου για αναγέννηση και σωτηρία, είναι δικός της».

Η Ρήνε τον περιεργάστηκε για μια στιγμή και μετά άπλωσε τα φουστάνια της με άλλη μια βαθιά γονυκλισία. «Θα σου τη στείλω, Άρχοντα Δράκοντα». Η πλάτη της ήταν αλύγιστη, έτσι όπως έφευγε γαλήνια από κει, αλλά πάντα έτσι ήταν· τίποτα δεν πρόδιδε αν είχε πιστέψει τα λόγια του.

«Ένας πανούργος εχθρός», είπε με ένταση ο Κάλντιν, «μπορεί να βάλει μια ασθενή ενέδρα με σκοπό να ξεφύγεις εύκολα απ’ αυτήν. Νιώθοντας αυτοπεποίθηση επειδή αντιμετώπισες την απειλή, έχοντας χαλαρώσει τα μέτρα προστασίας σου, πέφτεις στη δεύτερη, ισχυρότερη ενέδρα».

Μόλις σταμάτησε να μιλά ο Κάλντιν, η Ναντέρα συνέχισε με ψυχρή φωνή, «Οι νεαροί μπορεί να είναι υπερόπτες, μπορεί να είναι παράτολμοι, μπορεί να είναι ανόητοι, μα ο Καρ’α’κάρν δεν επιτρέπεται να είναι απλώς ένας νεαρός».

Ο Ραντ έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του πριν ξεκινήσει, ίσα για να πει, «Είμαστε πάλι στο παλάτι. Διαλέξτε τους δύο». Δεν ήταν μεγάλη έκπληξη που ο Κάλντιν κι η Ναντέρα διάλεξαν καθένας τον εαυτό του, και δεν ήταν καθόλου έκπληξη που τον ακολούθησαν βυθισμένοι σε παγερή σιωπή.

Στην πόρτα των διαμερισμάτων του, τους είπε να στείλουν μέσα την Ελένια όταν θα ερχόταν, και τους άφησε στο διάδρομο. Υπήρχε παντς από δαμάσκηνα σε μια ασημοστόλιστη κανάτα, αλλά αυτός δεν το άγγιξε. Αντιθέτως στάθηκε να το κοιτάζει, προσπαθώντας να καταστρώσει στο νου του τι θα έλεγε, ώσπου συνειδητοποίησε τι έκανε και μούγκρισε έκπληκτος. Τι να καταστρώσει;