Ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα ανήγγειλε την Ελένια με τα μελόχρυσα μαλλιά, που έκλινε το γόνυ με ένα φόρεμα στολισμένο με χρυσά τριαντάφυλλα. Αν τα φορούσε άλλη γυναίκα, ο Ραντ θα τα περνούσε για απλά τριαντάφυλλα· στην Ελένια, συμβόλιζαν το Στέμμα του Ρόδου. «Καλοσύνη του Άρχοντα Δράκοντα που με δέχεται».
«Θέλω να σε ρωτήσω μερικά πράγματα για την ιστορία του Άντορ», είπε ο Ραντ. «Θα ήθελες λίγο παντς δαμάσκηνου;»
Τα μάτια της Ελένια πλάτυναν από αγαλλίαση πριν συγκρατηθεί. Σίγουρα είχε σχεδιάσει πώς θα έπειθε τον Ραντ γι’ αυτό με απώτερο σκοπό να στρέψει τη συζήτηση στις αξιώσεις της, και να που της το πρόσφερε. Ένα χαμόγελο, που θύμιζε αλεπού, άνθισε στο πρόσωπό της. «Θα μου κάνει την τιμή ο Άρχοντας Δράκοντας να τον σερβίρω;» είπε και δεν περίμενε το νεύμα του. Ήταν τόσο χαρούμενη από την τροπή των γεγονότων που ο Ραντ σκέφτηκε ότι θα τον έριχνε σε μια καρέκλα και θα του έλεγε να απλώσει τα πόδια του. «Σε ποιο σημείο της ιστορίας θα μπορούσα να προσφέρω τα φώτα μου;»
«Γενικά μιλώντας...» Ο Ραντ έσμιξε τα φρύδια· αυτό θα της έδινε πρόφαση να απαριθμήσει τους προγόνους της με μεγάλη λεπτομέρεια μέσα σε δύο φράσεις, «...εννοώ, πώς έγινε κι ο Σουράν Μαραβαίλ έφερε εδώ τη σύζυγο του; Ήταν από το Κάεμλυν;»
«Η Ισάρα έφερε τον Σουράν, Άρχοντα Δράκοντα». Το χαμόγελο της Ελένια έγινε συγκαταβατικό για μια στιγμή. «Η μητέρα της Ισάρα ήταν η Εντάρα Κασάλαιν, που τότε ήταν κυβερνήτρια του Άρτουρ του Γερακόφτερου εδώ —η επαρχία ονομαζόταν Άντορ— κι επίσης ήταν κόρη του Τζόαλ Ραμένταρ, του τελευταίου Βασιλιά της Αλντεσάρ. Ο Σουράν ήταν μόνο... μόνο ένας στρατηγός» —ο Ραντ έβαζε στοίχημα πως ήταν έτοιμη να πει «κοινός θνητός»— «αν και βέβαια από τους καλύτερους του Γερακόφτερου. Η Εντάρα παραιτήθηκε από τη θέση που είχε διοριστεί και γονάτισε στην Ισάρα ως Βασίλισσα». Ο Ραντ πάντως δεν πίστευε ότι είχε συμβεί μ’ αυτόν τον τρόπο, ούτε τόσο εύκολα. «Ήταν τα πιο δεινά χρόνια, φυσικά, εξίσου άσχημα με τους Πολέμους των Τρόλοκ, σίγουρα. Με τον Γερακόφτερο νεκρό, όλοι οι ευγενείς επιζητούσαν να γίνουν Υψηλοί Βασιλιάδες. Ή Υψηλές Βασίλισσες. Η Ισάρα ήξερε ότι κανένας δεν θα μπορούσε να τα πάρει όλα· ήταν τόσο πολλές οι φατρίες, κι οι συμμαχίες διαλύονταν πριν καλά-καλά γίνουν. Έπεισε τον Σουράν να λύσει την πολιορκία της Ταρ Βάλον και τον έφερε εδώ με όσο τμήμα του στρατού του μπορούσε να κρατήσει ενωμένο».
«Ο Σουράν Μαραβαίλ ήταν εκείνος που πολιορκούσε την Ταρ Βάλον;» είπε έκπληκτος ο Ραντ. Ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος είχε ηγηθεί της εικοσάχρονης πολιορκίας της Ταρ Βάλον, κι είχε επικηρύξει τα κεφάλια όλων των Άες Σεντάι.
«Τον τελευταίο χρόνο της», είπε εκείνη, με μια χροιά ανυπομονησίας, «απ’ όσο καταγράφουν οι ιστορίες». Ήταν φανερό ότι δεν την ενδιέφερε ιδιαίτερα ο Σουράν παρά μόνο ως σύζυγος της Ισάρα. «Η Ισάρα ήταν σοφή. Υποσχέθηκε στις Άες Σεντάι ότι θα έστελνε τη μεγάλη κόρη της να σπουδάσει στο Λευκό Πύργο, κερδίζοντας έτσι την υποστήριξη του Πύργου και μια σύμβουλο Άες Σεντάι ονόματι Μπωλαίρ, η πρώτη μονάρχης που το έκανε. Οι άλλες τη μιμήθηκαν, φυσικά, αλλά και πάλι ήθελαν το θρόνο του Γερακόφτερου». Είχε πάρει φόρα πια, το πρόσωπό της είχε ζωντανέψει, είχε ξεχάσει το ποτήρι της, και χειρονομούσε με το ελεύθερο χέρι. Οι λέξεις έβγαιναν ποτάμι. «Μια ολόκληρη γενιά πέρασε για να ξεχαστεί αυτή η ιδέα, αν κι ο Ναράσμ Μπούραν προσπάθησε ακόμα και πολύ μεταγενέστερα, στα τελευταία δέκα χρόνια του Εκατονταετούς Πολέμου —μια επονείδιστη αποτυχία που τελείώσε με το κεφάλι του καρφωμένο σ’ έναν πάσσαλο μετά από ένα χρόνο— ενώ η εκστρατεία της Εσμάρα Γκετάρε τριάντα χρόνια νωρίτερα της είχε αποφέρει αρκετά εδάφη πριν προσπαθήσει να κατακτήσει το Άντορ με αποτέλεσμα να περάσει τα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής της σαν φιλοξενούμενη της Βασίλισσας Τελαίσιεν. Στο τέλος η Εσμάρα δολοφονήθηκε, παρ’ όλο που δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν γιατί άραγε να τη θέλει κάποιος νεκρή αφού η Τελαίσιεν της είχε αφαιρέσει την εξουσία. Όπως καταλαβαίνεις, οι Βασίλισσες που διαδέχθηκαν την Ισάρα, από την Αλέσιντ ως τη Λυντέλ, ακολούθησαν αυτό που είχε αρχίσει εκείνη, κι όχι μόνο με το να στέλνουν τις κόρες τους στον Πύργο. Η Ισάρα έβαλε τον Σουράν να ασφαλίσει πρώτα τα εδάφη γύρω από το Κάεμλυν, όπου στην αρχή υπήρχαν μόνο μερικά χωριά, και μετά σταδιακά διεύρυνε την έκταση που έλεγχε. Η επιρροή της έκανε πέντε χρόνια για να φτάσει στον ποταμό Ερινίν. Όμως οι περιοχές τις οποίες κατείχε το Άντορ ήταν σταθεροποιημένες, τη στιγμή που οι περισσότεροι από τους άλλους που αυτοαποκαλούνταν βασιλιάδες και βασίλισσες ενδιαφέρονταν περισσότερο να αποκτήσουν καινούρια εδάφη παρά να ενοποιήσουν αυτά που ήδη κατείχαν».