Κοντοστάθηκε για να πάρει μια ανάσα, κι ο Ραντ άρπαξε την ευκαιρία. Η Ελένια μιλούσε γι’ αυτούς τους ανθρώπους σαν να τους ήξερε προσωπικά, όμως το κεφάλι του είχε ζαλιστεί από ονόματα που άκουγε για πρώτη φορά. «Γιατί δεν υπάρχει Οίκος Μαραβαίλ;»
«Κανένας γιος της Ισάρα δεν έζησε μετά τα είκοσι του». Η Ελένια σήκωσε τους ώμους κι ήπιε λίγο παντς· το ζήτημα δεν την ενδιέφερε. Αλλά της έδωσε αφορμή για καινούριο θέμα. «Εννιά Βασίλισσες βασίλεψαν κατά τη διάρκεια του Εκατονταετούς Πολέμου και καμία δεν είχε γιο που έζησε πάνω από τα είκοσι τρία. Οι μάχες ήταν διαρκείς και το Άντορ πιεζόταν απ’ όλες τις πλευρές. Επί βασιλείας της Μαραγκαίν, τέσσερις βασιλιάδες έφεραν στρατό εναντίον της —υπάρχει μια πόλη που πήρε το όνομά της από τη μάχη, σε κείνη την περιοχή. Οι βασιλιάδες ήταν—»
«Μα όλες οι βασίλισσες ήταν απόγονοι του Σουράν και της Ισάρα;» παρενέβη γοργά ο Ραντ. Η Ελένια ήταν ικανή να του εξιστορήσει τα γεγονότα της κάθε ημέρας αν την άφηνε. Κάθισε και της έκανε νόημα να πιάσει μια καρέκλα.
«Ναι», είπε εκείνη απρόθυμα. Μάλλον ήταν απρόθυμη να συμπεριλάβει τον Σουράν. Όμως αμέσως το πρόσωπό της φωτίστηκε. «Βλέπεις, το ζήτημα είναι πόσο είμαι της Ισάρα κυλά στις φλέβες σου. Πόσες γραμμές σε συνδέουν μ’ αυτήν και σε τι βαθμό. Στη δική μου περίπτωση—»
«Για μένα δεν είναι εύκολο να καταλάβω. Παραδείγματος χάριν, ας πάρουμε την Τιγκραίν και τη Μοργκέις. Η Μοργκέις είχε τις πιο βάσιμες αξιώσεις για να διαδεχθεί την Τιγκραίν. Υποθέτω ότι αυτό σημαίνει πως η Μοργκέις κι η Τιγκραίν ήταν κοντινές συγγενείς;»
«Ήταν ξαδέρφες». Η Ελένια προσπάθησε να κρύψει την ενόχλησή της για τις συχνές διακοπές, ειδικά τώρα που πλησίαζε σ’ αυτό που ήθελε να πει, όμως το στόμα της στένεψε. Έμοιαζε με αλεπού που ήθελε να δαγκώσει, αλλά η κότα συνεχώς της ξεγλιστρούσε.
«Καταλαβαίνω». Ξαδέρφες. Ο Ραντ ήπιε μια μεγάλη γουλιά, μισοαδειάζοντας το ποτήρι του.
«Όλοι ξαδέρφια είμαστε. Όλοι οι Οίκοι». Η σιωπή του φάνηκε να την αναζωογονεί. Το χαμόγελο της έλαμψε πάλι. Με γάμους εδώ και περισσότερα από χίλια χρόνια, δεν υπάρχει Οίκος χωρίς μια στάλα από το αίμα της Ισάρα. Ο βαθμός, όμως, είναι αυτό που έχει σημασία, ο βαθμός κι ο αριθμός των γραμμών που σε συνδέουν. Στη δική μου περίπτωση—»
Ο Ραντ βλεφάρισε. «Όλοι είστε ξαδέρφια; Όλοι σας; Μα δεν είναι δυνατ—» Έγειρε μπροστά με έξαψη. «Ελένια, αν η Μοργκέις κι η Τιγκραίν ήταν... έμποροι, ή αγρότες... πόσο κοντινή θα ήταν η συγγενική σχέση τους;»
«Αγρότες;» αναφώνησε εκείνη, καρφώνοντάς τον με το βλέμμα. «Άρχοντα Δράκοντα, τι αλλόκοτη—» Το πρόσωπό της χλώμιασε· στο κάτω-κάτω, ο Ραντ ήταν κάποτε αγρότης. Έγλειψε τα χείλη της με μια νευρική κίνηση της γλώσσας της. «Υποθέτω... πρέπει να το σκεφτώ. Αγρότες. Υποθέτω αυτό σημαίνει ότι πρέπει να φανταστώ όλους τους Οίκους σαν αγρότες». Της ξέφυγε ένα νευρικό γελάκι πριν το πνίξει στο παντς της. «Αν ήταν αγρότες, δεν νομίζω να τους θεωρούσε κανείς συγγενείς. Όλες οι σχέσεις είναι πολύ μακρινές στο παρελθόν. Αλλά δεν ήταν, Άρχοντα Δράκοντα...»
Εκείνος έπαψε να ακούει παρά μόνο με το μισό αυτί και βούλιαξε στην καρέκλα του. Δεν ήταν συγγενείς.
«...τριάντα μία γραμμές ως την Ισάρα, ενώ η Ντυέλιν έχει μόνο τριάντα και...»
Γιατί ένιωθε μέσα του τόση χαλάρωση ξαφνικά; Στους μύες του είχαν λυθεί κόμποι που δεν ήξερε καν ότι υπήρχαν εκεί.
«...αν μου επιτρέπεις να το πω, Άρχοντα Δράκοντα».
«Τι; Συγχώρεσέ με». Το μυαλό του περιπλανήθηκε αλλού για μια στιγμή... στα προβλήματα του... «Δεν έπιασα το τελευταίο πράγμα που είπες». Κάτι στα λεγόμενά της είχε τραβήξει την προσοχή του όμως.
Η Ελάιντα είχε μια έκφραση όλο δουλοπρέπεια και κολακεία που δεν ταίριαζε καθόλου στο πρόσωπό της. «Απλώς έλεγα ότι εσύ προσωπικά έχεις κάποια ομοιότητα με την Τιγκραίν, Άρχοντα Δράκοντα. Ίσως μάλιστα να έχεις μια στάλα αίμα της Ισάρα στις—» Σταμάτησε με μια μικρή στριγκλιά, κι ο Ραντ συνειδητοποίησε ότι είχε σηκωθεί όρθιος.
«Νιώθω... λίγο κουρασμένος». Προσπάθησε να κάνει τη φωνή του φυσιολογική, όμως ακουγόταν απόμακρη, σαν να βρισκόταν βαθιά στο Κενό. «Αν μπορούσες να φύγεις, σε παρακαλώ».
Δεν ήξερε πώς ήταν το πρόσωπό του, όμως η Ελένια πετάχτηκε από την καρέκλα της και βιάστηκε να ακουμπήσει το ποτήρι στο τραπέζι. Τα μέλη της έτρεμαν κι αν το πρόσωπό της είχε χλωμιάσει πριν, τώρα ήταν άσπρο σαν χαρτί. Έκλινε το γόνυ βαθιά, λες κι ήταν κοπέλα της λάντζας που την είχαν πιάσει να κλέβει, και ξεκίνησε βιαστικά προς την πόρτα, με κάθε βήμα ταχύτερο από το προηγούμενο, ενώ διαρκώς τον κοιτούσε πάνω από τον ώμο της, ώσπου άνοιξε με φούρια την πόρτα κι ο ήχος από τα μαλακά παπούτσια της έσβησε στο διάδρομο. Η Ναντέρα έβαλε το κεφάλι στο δωμάτιο και κοίταξε αν είναι καλά ο Ραντ, πριν κλείσει την πόρτα.