Выбрать главу

Ο Ραντ έμεινε αρκετή ώρα ατενίζοντας το άπειρο. Δεν ήταν παράξενο που εκείνες οι αρχαίες Βασίλισσες τον κοίταζαν· ήξεραν τι σκεφτόταν, παρ’ όλο που δεν το ήξερε ο ίδιος. Το ξαφνικό σκουλήκι της ανησυχίας τον ροκάνιζε αθέατο από τότε που είχε μάθει το αληθινό όνομα της μητέρας του. Μα η Τιγκραίν δεν ήταν συγγενής της Μοργκέις. Η μητέρα του δεν ήταν συγγενής της Ηλαίην. Ο Ραντ δεν ήταν συγγενής της...

«Είσαι χειρότερος κι από τους έκφυλους», είπε δυνατά, με πίκρα. «Είσαι βλάκας και...» Ευχήθηκε να μιλούσε ο Λουζ Θέριν, για να μπορέσει να πει στον εαυτό του, Αυτός είναι τρελός. Εγώ έχω τα λογικά μου. Οι νεκρές βασίλισσες του Άντορ ήταν αυτές που ένιωθε να τον κοιτάζουν, ή μήπως ήταν η Αλάνα; Πήγε στην πόρτα με μεγάλες δρασκελιές και την άνοιξε απότομα. Η Ναντέρα κι ο Κάλντιν κάθονταν στα καλάμια τους κάτω από μια ταπισερί με πολύχρωμα πουλιά. «Μαζέψτε τους ανθρώπους σας», τους είπε. «Πάω στην Καιρχίν. Σας παρακαλώ να μην το πείτε στην Αβιέντα».

27

Δώρα

Επιστρέφοντας στο πλατύ στρατόπεδο με τις σκηνές, η Εγκουέν προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της, αλλά δεν ήξερε αν τα πόδια της πατούσαν το χώμα. Ήξερε ότι το άγγιζαν. Συμμετείχαν λιγάκι κι αυτά στα κύματα της σκόνης που παρέσερνε ο καυτός άνεμος με τις ριπές του· βήχοντας, ευχήθηκε να φορούσαν πέπλα οι Σοφές. Δεν ήταν ίδιο πράγμα το να σηκώνεις το επώμιο στο κεφάλι σου, άσε που ήταν σαν να φοράς σκηνή ατμόλουτρου. Όμως ένιωθε τα πόδια της πετούν. Το μυαλό της έμοιαζε να στριφογυρίζει, κι όχι από τον καύσωνα.

Στην αρχή νόμιζε ότι ο Γκάγουιν δεν θα τη συναντούσε, αλλά εκείνος ξαφνικά είχε βρεθεί δίπλα της καθώς η Εγκουέν περπατούσε στο πλήθος. Είχαν περάσει ολόκληρο το πρωινό στην ιδιωτική τραπεζαρία του Ψηλού, πιασμένοι χέρι-χέρι και πίνοντας τσάι όσο μιλούσαν. Η Εγκουέν ήταν τελείως αναίσχυντη και τον είχε φιλήσει μόλις είχε κλείσει η πόρτα, πριν αυτός κάνει οποιαδήποτε κίνηση για να την φιλήσει, κι είχε καθίσει στο γόνατο του κάποια στιγμή, αν κι αυτό δεν είχε κρατήσει πολύ. Την έκανε να ξανασκεφτεί τα όνειρά του, ότι ίσως θα μπορούσε να ξανατρυπώσει σ’ αυτά, πράγματα που μια σωστή γυναίκα δεν έπρεπε να σκέφτεται! Τουλάχιστον μια ανύπαντρη γυναίκα. Είχε πεταχτεί από το γόνατό του σαν φοβισμένη ελαφίνα, ξαφνιάζοντάς τον.

Κοίταξε ολόγυρα της βιαστικά. Οι σκηνές ήταν μισό μίλι πιο πέρα και δεν υπήρχε ψυχή πιο κοντά της. Και να υπήρχε κάποιος, δεν θα μπορούσε να τη δει να κοκκινίζει. Συνειδητοποίησε ότι χαμογελούσε σαν χαζή πίσω από το επώμιο κι έδιωξε το χαμόγελο της. Μα το Φως, έπρεπε να συγκρατηθεί. Να ξεχάσει την αίσθηση των γερών μπράτσων του Γκάγουιν και να θυμηθεί γιατί είχαν περάσει τόση ώρα στον Ψηλό.

Προχωρώντας στο πλήθος, κοίταζε ολόγυρα, ψάχνοντας τον Γκάγουιν και προσπαθώντας με αρκετή δυσκολία να προσποιείται την ανέμελη· δεν ήθελε να νομίζει ο Γκάγουιν ότι ανυπομονούσε να τον δει. Ξαφνικά, ένας άνδρας έγειρε προς το μέρος της και ψιθύρισε άγρια, «Ακολούθησέ με στον Ψηλό».

Εκείνη τινάχτηκε· δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Έκανε μια στιγμή για να αναγνωρίσει τον Γκάγουιν. Φορούσε απλό καφέ σακάκι και λεπτό μανδύα για τη σκόνη στην πλάτη, με την κουκούλα σηκωμένη ώστε να κρύβει σχεδόν όλο το πρόσωπό του. Δεν ήταν ο μόνος —με εξαίρεση τους Αελίτες, όσοι έβγαιναν έξω από τα τείχη φορούσαν μανδύα— αλλά λίγοι ήταν εκείνοι που ύψωναν την κουκούλα σ’ αυτό το καμίνι.

Τον άρπαξε με δύναμη από το μανίκι, καθώς εκείνος προσπαθούσε να προπορευτεί. «Γιατί νομίζεις ότι θα έρθω έτσι εύκολα σε ένα πανδοχείο μαζί σου, Γκάγουιν Τράκαντ;» απαίτησε να μάθει, στενεύοντας τα μάτια. Μίλησε όμως χαμηλόφωνα. «Ήταν να κάνουμε περίπατο. Πολλά τα θεωρείς δεδομένα, αν νομίζεις έστω και για μια στιγμή ότι—»

Εκείνος έκανε μια γκριμάτσα και της ψιθύρισε βιαστικά, «Οι γυναίκες με τις οποίες ήρθα ψάχνουν για κάποια. Κάποια σαν εσένα. Δεν λένε πολλά μπροστά μου, αλλά πιάνω κουβέντες από δω κι από κει. Τώρα ακολούθησέ με». Δίχως να ρίξει ούτε ματιά πίσω του, προχώρησε στο δρόμο, αφήνοντάς την να τον ακολουθήσει νιώθοντας ένα κόμπο στο στομάχι.

Η ανάμνηση την κατέβασε από τα σύννεφα. Το ψημένο έδαφος ήταν σχεδόν εξίσου καυτό με τα πλακόστρωτα της πόλης, όπως το ένιωθε μέσα από τις μαλακές μπότες της. Προχώρησε μέσα στη σκόνη ενώ οι σκέψεις της έτρεχαν. Ο Γκάγουιν δεν ήξερε πολλά περισσότερα απ’ όσα της είχε πει με κείνες τις πρώτες κουβέντες, κι είχε ισχυριστεί ότι δεν μπορεί να έψαχναν γι’ αυτήν, ότι απλώς έπρεπε να προσέχει όταν διαβίβαζε και να μην πολυπαρουσιάζεται. Αλλά δεν φαινόταν να το πιστεύει ούτε ο ίδιος, αφού φορούσε μεταμφίεση. Η Εγκουέν απέφυγε να μιλήσει για τα ρούχα του· ο Γκάγουιν ανησυχούσε πολύ ότι αν την έβρισκαν οι Άες Σεντάι η Εγκουέν θα έμπλεκε άσχημα, ανησυχούσε μήπως ο ίδιος τις οδηγούσε σ’ αυτήν, και δεν είχε καμία διάθεση να σταματήσει να τη βλέπει παρ’ όλο που το πρότεινε ο ίδιος. Κι ήταν πεπεισμένος ότι αυτό που χρειαζόταν ήταν με κάποιον τρόπο να επιστρέψει κρυφά η Εγκουέν στην Ταρ Βάλον και να μπει στον Πύργο. Ή αυτό, ή να τα βρει με την Κόιρεν και τις άλλες και να επιστρέψει μαζί τους. Μα το Φως, κανονικά έπρεπε να του θυμώσει, που νόμιζε πως ήξερε τι ήταν το καλύτερο γι’ αυτήν, αλλά για κάποιο λόγο ακόμα και τώρα της ερχόταν να χαμογελάσει με κατανόηση. Για κάποιο λόγο, το μυαλό της δεν δούλευε σωστά κοντά του, κι η μορφή του τρύπωνε σε όλες της τις σκέψεις.