Δαγκώνοντας το χείλος της, έστρεψε την προσοχή της στο πραγματικό πρόβλημα. Τις Άες Σεντάι του Πύργου. Αν μόνο μπορούσε να ρωτήσει τον Γκάγουιν· δεν θα τον πρόδιδε αν του έκανε μερικές ερωτησούλες, για τα Άτζα τους, το πού πήγαιναν, ή... Όχι! Είχε δώσει αυτή την υπόσχεση στον εαυτό της, αλλά θα ατίμαζε τον Γκάγουιν αν την παραβίαζε. Όχι ερωτήσεις. Μόνο ό,τι προθυμοποιούνταν εκείνος να της πει.
Ό,τι, όμως, κι αν έλεγε ο Γκάγουιν, αυτή δεν είχε λόγο να πιστέψει ότι έψαχναν την Εγκουέν αλ’Βέρ. Αλλά, όπως παραδεχόταν απρόθυμα, δεν είχε επίσης λόγο να πιστέψει ότι δεν την έψαχναν, απλώς υποθέσεις κι ελπίδες. Μπορεί κάποια πράκτορας του Πύργου να μην μπορούσε να αναγνωρίσει την Εγκουέν αλ’Βέρ στο πρόσωπο μιας Αελίτισσας, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι δεν είχε ακούσει το όνομα, ότι δεν είχε ακουστά για την Εγκουέν Σεντάι του Πράσινου Άτζα. Έκανε μια γκριμάτσα. Από δω και πέρα, θα έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική στην πόλη. Άκρως προσεκτική.
Είχε φτάσει εκεί που άρχιζαν οι σκηνές. Το στρατόπεδο αγκάλιαζε μια περιοχή μιλίων, καλύπτοντας τους λόφους που βρισκόταν ανατολικά της πόλης, είτε ήταν δασόφυτοι είτε όχι. Υπήρχαν Αελίτες που πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στις σκηνές, αλλά μόνο μια χούφτα γκαϊ’σάιν ήταν εκεί κοντά. Σοφές δεν φαίνονταν πουθενά. Η Εγκουέν είχε καταπατήσει την υπόσχεση που τους είχε δώσει. Στην Άμυς, για την ακρίβεια, μα απευθυνόταν σε όλες. Η αναγκαιότητα ήταν ολοένα και πιο ωχρή δικαιολογία γι’ αυτή την εξαπάτηση.
«Έλα μαζί μας, Εγκουέν», την κάλεσε μια γυναικεία φωνή. Ακόμα και με το κεφάλι καλυμμένο, δεν ήταν δύσκολο να την ξεχωρίσεις, εκτός αν στεκόταν ανάμεσα σε κοπέλες που δεν είχαν μεγαλώσει ακόμα. Η Σουράντα, η μαθητευόμενη της Σορίλεα, είχε βγάλει το κεφάλι της με τα σκουρόξανθα μαλλιά από μια σκηνή και της κουνούσε το χέρι. «Οι Σοφές έχουν συνάντηση πίσω ανάμεσα στις σκηνές, όλες τους, και μας άφησαν ελεύθερες για σήμερα. Ολόκληρη τη μέρα». Ήταν μια πολυτέλεια που προσφερόταν σπανίως, κι η Εγκουέν δεν μπορούσε να την αφήσει ανεκμετάλλευτη.
Μέσα υπήρχαν γυναίκες που ξάπλωναν σε μαξιλαράκια, διάβαζαν με λάμπες λαδιού —η σκηνή ήταν κλεισμένη για να μην μπαίνει σκόνη, οπότε δεν έμπαινε ούτε φως— ή κάθονταν μπαλώνοντας ή πλέκοντας ή κεντώντας. Δύο έπαιζαν φωλιά-της-γάτας. Η σκηνή ήταν γεμάτη από το χαμηλό σούσουρο των συζητήσεων, κι αρκετές της χαμογέλασαν για να την καλωσορίσουν. Δεν ήταν όλες μαθητευόμενες —δύο μητέρες κι αρκετές πρωταδελφές είχαν έρθει για επίσκεψη— κι οι μεγαλύτερες φορούσαν όσα κοσμήματα φορούσαν κι οι Σοφές. Όλες είχαν τη μπλούζα μισολυμένη και το επώμιο τυλιγμένο γύρω από τη μέση, αν κι η παγιδευμένη ζέστη της σκηνής δεν φαινόταν να τις ενοχλεί.
Ένας γκαϊ’σάιν τριγυρνούσε ξαναγεμίζοντας φλιτζάνια με τσάι. Κάτι στις κινήσεις του έδειχνε ότι ήταν τεχνίτης, όχι αλγκάι’ντ’σισβάι· είχε τραχύ πρόσωπο, όμως συγκριτικά ήταν κάπως πιο μαλακό, και το να διατηρεί το ταπεινό ύφος του φαινόταν λιγότερο δύσκολο. Φορούσε το περιμετώπιο που έλεγε ότι ήταν σισβαϊ’αμάν. Οι γυναίκες δεν του έριχναν δεύτερη ματιά, αν κι οι γκαϊ’σάιν υποτίθεται πως φορούσαν μονάχα το λευκό.
Η Εγκουέν έδεσε το περιώμιό της στη μέση της και δέχτηκε με χαρά νερό για να νίψει το πρόσωπο και τα χέρια της, ενώ μετά έλυσε μερικά κορδόνια της μπλούζας της και κάθισε σε ένα κόκκινο μαξιλαράκι όλο φούντες ανάμεσα στη Σουράντα και την Εσταίρ, την κοκκινομάλλα μαθητευόμενη της Ήρον. «Για ποιο λόγο κάνουν τη συνάντηση οι Σοφές;» Το μυαλό της δεν ήταν στις Σοφές. Δεν είχε σκοπό να αποφεύγει ολότελα την πόλη —είχε συμφωνήσει να ρίχνει μια ματιά στον Ψηλό κάθε πρωί για να δει αν ο Γκάγουιν ήταν εκεί, αν και το περιγελαστικό χαμόγελο της σωματώδους πανδοχέως είχε κάνει τα μάγουλά της να κοκκινίσουν· μόνο το Φως ήξερε τι σκεφτόταν εκείνη η γυναίκα!— αλλά σίγουρα δεν θα έκανε άλλες προσπάθειες να κρυφακούσει στο μέγαρο της Αρχόντισσας Άριλυν. Φεύγοντας από τον Γκάγουιν, είχε πλησιάσει αρκετά ώστε να νιώσει ότι μέσα συνέχιζαν να διαβιβάζουν, αλλά έφυγε αφού έριξε μια γοργή ματιά από τη γωνία. Και μόνο που στεκόταν τόσο κοντά, ένιωθε με ανησυχία ότι η Νεσούνε θα εμφανιζόταν πίσω της. «Ξέρει καμία;»