Выбрать главу

«Οι αδελφές σου, φυσικά», γέλασε η Σουράντα. Ήταν γλυκιά γυναίκα, με μεγάλα γαλανά μάτια, και το γέλιο την έκανε πανέμορφη. Ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερη από την Εγκουέν, μπορούσε να διαβιβάσει με τόση δύναμη όσο και πολλές Άες Σεντάι, και περίμενε ανυπόμονα να την καλέσουν σε δικό της φρούριο. Στο μεταξύ, φυσικά, έτρεχε να υπακούσει στις διαταγές της Σορίλεα. «Τι άλλο θα τις έκανε να ξεσηκωθούν σαν να είχαν κάτσει σε αγκαθωτό σεγκάντε

«Έπρεπε να στείλουμε τη Σορίλεα να μιλήσει μαζί τους», είπε η Εγκουέν, παίρνοντας ένα φλιτζάνι τσαγιού με πράσινες ρίγες από τον γκαϊ’σάιν. Ενώ της έλεγε ότι τα Παλικαράκια του ήταν στριμωγμένα στις κρεβατοκάμαρες που δεν είχαν καταλάβει οι Άες Σεντάι, και μάλιστα μερικά έμεναν στους στάβλους, του Γκάγουιν του είχε ξεφύγει ότι δεν υπήρχε χώρος ούτε και για λαντζιέρα ακόμα κι ότι οι Άες Σεντάι δεν περίμεναν άλλο κόσμο. Ήταν καλά νέα. «Η Σορίλεα μπορεί να κάνει πολλές Άες Σεντάι να γουρλώσουν τα μάτια». Από τα γέλια το κεφάλι της Σουράντα έγειρε πίσω.

Το γέλιο της Εσταίρ ήταν αχνό και λιγάκι σκανδαλισμένο. Ήταν μια λυγερή νεαρή με σοβαρά γκρίζα μάτια και πάντα φερόταν σαν να την έβλεπε κάποια Σοφή. Η Εγκουέν πάντα ένιωθε κατάπληξη που η Σορίλεα είχε μια δροσερή και κεφάτη μαθητευόμενη, ενώ η Ήρον, που ήταν ευχάριστη και γεμάτη χαμόγελα, χωρίς κακιά κουβέντα για κανέναν, είχε μια μαθητευόμενη που έψαχνε κανόνες για να υπακούσει. «Πιστεύω πως είναι ο Καρ’α’κάρν», είπε η Εσταίρ με άκρα σοβαρότητα.

«Γιατί;» ρώτησε αφηρημένα η Εγκουέν. Θα έπρεπε να αποφεύγει την πόλη. Με εξαίρεση τον Γκάγουιν, φυσικά· μπορεί να ντρεπόταν να το παραδεχτεί, αλλά δεν θα έχανε καμία συνάντηση μαζί του, εκτός μόνο αν είχε την απόλυτη βεβαιότητα ότι η Νεσούνε την περίμενε στον Ψηλό. Αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε πάλι να κάνει περιπάτους γύρω από την πόλη, μέσα στη σκόνη. Το πρωί σήμερα ήταν μια εξαίρεση, αλλά δεν θα έδινε στον Σοφές καμία δικαιολογία για να αναβάλουν την επιστροφή της στον Τελ’αράν’ριοντ. Απόψε θα συναντούσαν μόνες τις Άες Σεντάι του Σαλιντάρ, όμως σε επτά νύχτες θα ήταν κι η Εγκουέν μαζί τους. «Τι γίνεται τώρα;»

«Δεν τα έμαθες;» αναφώνησε η Σουράντα.

Σε δυο-τρεις μέρες θα μπορούσε να προσεγγίσει πάλι τη Νυνάβε και την Ηλαίην, ή να τους μιλήσει πάλι στα όνειρά τους. Ή τουλάχιστον θα προσπαθούσε να τους μιλήσει· δεν μπορούσες ποτέ να ξέρεις με σιγουριά αν το άλλο άτομο ήξερε ότι ήσουν κάτι παραπάνω από όνειρο, εκτός αν ήταν συνηθισμένο στην επικοινωνία μ’ αυτόν τον τρόπο, κάτι που δεν ίσχυε για τη Νυνάβε και την Ηλαίην. Η Εγκουέν τους είχε μιλήσει μ’ αυτόν τον τρόπο μόνο μια φορά ως τώρα. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα ένιωθε κάπως άσχημα στην ιδέα ότι θα τις πλησίαζε. Είχε ξαναδεί ένα θολό όνειρο γι’ αυτό, σχεδόν εφιάλτη· κάθε φορά που μια από τις δύο έλεγε μια λέξη, σκόνταφτε κι έπεφτε με τα μούτρα, ή έριχνε ένα φλιτζάνι ή ένα πιάτο ή γκρέμιζε ένα βάζο, πάντα κάτι που γινόταν χίλια κομμάτια με το πέσιμο. Από τότε που είχε ερμηνεύσει το όνειρο με τον Γκάγουιν που γινόταν Πρόμαχος της, προσπαθούσε να τα ερμηνεύει όλα. Δεν είχε ουσιαστικό αποτέλεσμα ως τώρα, όμως ήταν σίγουρη ότι αυτό εδώ είχε νόημα. Ίσως θα ήταν καλύτερα να περιμένει την επόμενη συνάντηση για να τους μιλήσει. Εκτός αυτού, υπήρχε η πιθανότητα να ξαναπέσει στα όνειρα του Γκάγουιν, να την προσελκύσουν. Η σκέψη και μόνο έκανε τα μάγουλά της να ροδίσουν.

«Ο Καρ’α’κάρν επέστρεψε», είπε η Εσταίρ. «Πρόκειται να συναντηθεί με τις αδελφές σου τώρα το απόγευμα».

Έχοντας ξεχάσει κάθε σκέψη για τον Γκάγουιν και τα όνειρα, η Εγκουέν κοίταξε το φλιτζάνι της σμίγοντας τα φρύδια. Δυο φορές μέσα σε δέκα μέρες. Ήταν ασυνήθιστο γι’ αυτόν να ξανάρθει τόσο γρήγορα. Γιατί είχε γυρίσει; Μήπως με κάποιον τρόπο είχε μάθει για τις Άες Σεντάι του Πύργου; Πώς; Κι, όπως πάντα, τα ταξίδια του καθαυτά έδιναν έναυσμα στη δική της ερώτηση. Πώς το έκανε;

«Πώς το κάνει αυτό;» ρώτησε η Εσταίρ κι η Εγκουέν ανοιγόκλεισε τα μάτια, ξαφνιασμένη που το είχε πει φωναχτά.

«Πώς μπορεί και κάνει το στομάχι μου να δεθεί κόμπος τόσο εύκολα;»

Η Σουράντα κούνησε το κεφάλι με συμπόνια, αλλά επίσης χαμογέλασε πλατιά. «Είναι άνδρας, Εγκουέν».

«Είναι ο Καρ’α’κάρν», είπε η Εσταίρ με μεγάλη έμφαση κι αρκετή ευλάβεια. Η Εγκουέν δεν θα ξαφνιαζόταν, αν την έβλεπε να τυλίγει στο μέτωπό της εκείνο το χαζό μαντίλι.