Выбрать главу

Η Σουράντα αμέσως στρίμωξε την Εγκουέν ρωτώντας την πώς θα μπορούσε να αντιμετωπίσει έναν αρχηγό φρουρίου, πόσο μάλλον έναν αρχηγό σέπτας ή έναν αρχηγό φατρίας, αν δεν συνειδητοποιούσε ότι ένας άνδρας δεν έπαυε να είναι άνδρας επειδή είχε γίνει αρχηγός· η Εσταίρ από την άλλη μεριά ισχυριζόταν πεισματικά ότι ο Καρ’α’κάρν ήταν κάτι αλλιώτικο. Μια από τις πιο ηλικιωμένες γυναίκες, η Μέρα, που είχε έρθει να δει την κόρη της, έγειρε προς το μέρος τους κι είπε ότι ο τρόπος για να κουμαντάρεις οποιονδήποτε αρχηγό —είτε φρουρίου ή σέπτας ή φατρίας, είτε τον Καρ’α’κάρν— ήταν ο ίδιος τρόπος με τον οποίο μπορούσες να κουμαντάρεις τον σύζυγο σου, κάτι που έκανε τη Μπήριν —που ήταν κι αυτή εκεί για να επισκεφθεί μια από τις κόρες της— να γελάσει και να σχολιάσει ότι αυτός θα ήταν ένας καλός τρόπος για να αφήσει η στεγοκυρά σου το μαχαίρι της στα πόδια σου, που ήταν κήρυξη βεντέτας. Η Μπήριν ήταν Κόρη πριν παντρευτεί, όμως όλοι μπορούσαν να κηρύξουν βεντέτα σε οποιονδήποτε εκτός από μια Σοφή ή έναν σιδερά. Πριν καλά-καλά βγουν τα λόγια από το στόμα της Μέρα, οι πάντες εκτός από τον γκαϊ’σάιν μπήκαν στη συζήτηση, πνίγοντας την καημένη την Εσταίρ —ο Καρ’α’κάρν ήταν ένας αρχηγός μεταξύ αρχηγών, τίποτα παραπάνω· αυτό ήταν βέβαιο— αλλά διαφωνώντας περί του αν ήταν καλύτερα να προσεγγίσεις έναν αρχηγό απευθείας ή μέσω της στεγοκυράς του.

Η Εγκουέν ελάχιστη σημασία έδωσε. Σίγουρα ο Ραντ δεν θα έκανε καμιά χαζομάρα. Είχε δείξει αμφιβολία, όπως έπρεπε, σχετικά με την επιστολή της Ελάιντα, αλλά πίστευε την επιστολή της Αλβιάριν, η οποία ήταν όχι μόνο φιλικότερη αλλά έφτανε να γίνει εγκωμιαστική. Ο Ραντ νόμιζε πως είχε φίλες στον Πύργο, ακόμα κι οπαδούς. Η Εγκουέν δεν το πίστευε. Παρά τους Τρεις Όρκους, ήταν πεπεισμένη ότι η Ελάιντα κι η Αλβιάριν είχαν συνεργαστεί στο δεύτερο γράμμα, με όλες τις γελοιότητες ότι «γονάτιζαν στην ακτινοβολία του». Ήταν όλα μια πλεκτάνη για να τον φέρουν στον Πύργο.

Κοιτώντας τα χέρια της μετανιωμένη, αναστέναξε κι άφησε κάτω το φλιτζάνι. Ο γκαϊ’σάιν το άρπαξε πριν καλά-καλά το αφήσει από το χέρι της.

«Πρέπει να φύγω», είπε στις δύο μαθητευόμενες. «Μόλις κατάλαβα ότι έχω να κάνω κάτι». Η Σουράντα κι η Εσταίρ ισχυρίστηκαν ότι ήθελαν να τη συνοδεύσουν —δεν ήταν απλώς ότι το ισχυρίστηκαν· όταν οι Αελίτες έλεγαν κάτι, το εννοούσαν— αλλά είχαν μπλέξει στη συζήτηση και δεν διαφώνησαν όταν εκείνη επέμεινε να μείνουν εκεί που ήταν. Ξανατύλιξε το επώμιο της στο κεφάλι, άφησε τις φωνές πίσω της —η Μέρα έλεγε ωμά στην Εσταίρ ότι μπορεί κάποια μέρα η Εσταίρ να γινόταν Σοφή, αλλά ως τότε καλά θα έκανε να ακούει τι είχε να πει μια γυναίκα που είχε καταφέρει να κουμαντάρει έναν άνδρα και να αναστήσει τρεις θυγατέρες και δύο γιους χωρίς αδελφή-σύζυγο να τη βοηθά— και ξαναβγήκε στη σκόνη που παράσερνε ο άνεμος.

Στην πόλη προσπάθησε να διασχίσει τους πολυπληθείς δρόμους χωρίς να δείχνει φοβισμένη, προσπάθησε να κοιτάζει παντού και να δείχνει ότι κοίταζε μόνο εκεί που πήγαινε. Ήταν μικρές οι πιθανότητες να πέσει στη Νεσούνε, αλλά και πάλι... Μπροστά της, δύο γυναίκες με σκούρα φορέματα κι απλές ποδιές παραμέρισαν για να πάνε η μια γύρω από την άλλη, όμως κι οι δύο παραμέρισαν προς την ίδια κατεύθυνση, και βρέθηκαν μύτη με μύτη. Μουρμούρισαν συγγνώμες, έκαναν ξανά στο πλάι. Προς την ίδια κατεύθυνση. Κι άλλες συγγνώμες, και, σαν να χόρευαν, κινήθηκαν και πάλι μαζί. Καθώς η Εγκουέν τις προσπερνούσε, εκείνες κινούνταν πάλι από τη μια πλευρά προς την άλλη σε τέλειο συγχρονισμό, με τα πρόσωπα να κοκκινίζουν και τις συγγνώμες μασημένες πίσω από τα σφιγμένα χείλη τους. Δεν είχε ιδέα πόσο ακόμα μπορούσε να τραβήξει αυτό, αλλά δεν έπρεπε να ξεχνά ότι ο Ραντ βρισκόταν στην πόλη. Μα το Φως, όταν ήταν εκεί κοντά ο Ραντ, δεν θα ήταν απίστευτο αν η Εγκουέν έπεφτε πάνω στις έξι Άες Σεντάι τη στιγμή που μια σπιλιάδα του ανέμου τής άρπαζε το επώμιο από το κεφάλι και τρεις άνθρωποι φώναζαν το όνομά της και την αποκαλούσαν Άες Σεντάι. Με τον Ραντ κοντά, δεν θα ήταν αδύνατο να πέσει πάνω στην Ελάιντα.

Προχώρησε βιαστικά, με όλο και μεγαλύτερη ανησυχία μήπως παγιδευόταν στους τα’βίρεν στροβίλους του. Το ευτύχημα ήταν ότι η όψη μιας Αελίτισσας με το βλέμμα τρελό και το πρόσωπο κρυμμένο —τι ήξεραν για τη διαφορά μεταξύ επωμίου και πέπλου;— έκανε τους ανθρώπους να παραμερίζουν από το δρόμο της, κάτι που τη βοηθούσε να προχωρά σχεδόν τρέχοντας, αλλά δεν ανάσανε ήρεμα ούτε στιγμή πριν χωθεί στο Παλάτι του Ήλιου από μια μικρή είσοδο υπηρετών από πίσω.

Η δυνατή ευωδιά του φαγητού που μαγειρευόταν είχε απλωθεί στο στενό διαδρομάκι, και λιβρεοφορεμένοι άνδρες και γυναίκες έτρεχαν πέρα-δώθε. Άλλοι, που ξαπόσταιναν μια στιγμή φορώντας μόνο πουκάμισο ή κάνοντας αέρα με την ποδιά, την κοίταξαν κατάπληκτοι. Πιθανότατα μονάχα υπηρέτες έρχονταν τόσο κοντά στα μαγειρεία. Σίγουρα όχι Αελίτες. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους λες και περίμεναν να βγάλει λόγχη από τα φουστάνια της.