Выбрать главу

Εκείνη έδειξε με το δάχτυλο έναν στρογγυλωπό ανθρωπάκο που σκούπιζε το σβέρκο του με ένα μαντίλι. «Ξέρεις πού είναι ο Ραντ αλ’Θόρ;»

Αυτός τινάχτηκε κι έστρεψε το βλέμμα στους συντρόφους του, οι οποίοι απομακρύνονταν γοργά. Σάλεψε τα πόδια του, θέλοντας να τους ακολουθήσει. «Ο Άρχοντας Δράκοντας, ε... Κυρά; Στα διαμερίσματά του; Δηλαδή, έτσι φαντάζομαι». Έκανε να απομακρυνθεί προς το πλάι, με μια υπόκλιση. «Αν η Κυρά... ε... αν με συγχωρέσει η Αρχόντισσά μου, πρέπει να επιστρέψω στο—»

«Θα με πας εκεί», του είπε σταθερά. Αυτή τη φορά δεν θα κατέληγε να περιπλανιέται στο παλάτι.

Κοιτώντας μια τελευταία φορά τους φίλους του που εξαφανίζονταν, πνίγοντας γοργά ένα αναστεναγμό, με μια βιαστική, φοβισμένη ματιά για να δει μήπως την είχε προσβάλει, έτρεξε να πάρει το σακάκι του. Ήξερε καλά τα κατατόπια στο λαβύρινθο των διαδρόμων του παλατιού, προχωρώντας μαζί της κι υποκλινόμενος διαρκώς προς το μέρος της, αλλά όταν στο τέλος της έδειξε με άλλη μια υπόκλιση τις ψηλές πόρτες που ήταν στολισμένες με χρυσούς ανατέλλοντες ήλιους και τις φρουρούσε μια Κόρη κι ένας Αελίτης, εκείνη ένιωσε για μια στιγμή περιφρόνηση καθώς τον έδιωχνε. Μέσα της αναρωτήθηκε γιατί· ο άνθρωπος απλώς έκανε αυτό που πληρωνόταν να κάνει.

Ο Αελίτης σηκώθηκε καθώς η Εγκουέν πλησίαζε· ήταν ένας πανύψηλος άνδρας, μεσήλικας, με φαρδύ στέρνο κι ώμους και ψυχρά γκρίζα μάτια. Η Εγκουέν δεν τον ήξερε, και προφανώς σκόπευε να τη διώξει. Ευτυχώς όμως ήξερε την Κόρη.

«Άσε την να περάσει, Μάρικ», είπε η Σομάρα, χαμογελώντας πλατιά. «Είναι η μαθητευόμενη της Άμυς, της Μπάιρ και της Μελαίν, η μόνη μαθητευόμενη που ξέρω που υπηρετεί τρεις Σοφές. Κι από την όψη της, την έστειλαν να έρθει τρέχοντας με αυστηρά λόγια για τον Ραντ αλ’Θόρ».

«Τρέχοντας;» Το χαχανητό του Μάρικ δεν μαλάκωσε ούτε το πρόσωπο, ούτε τα μάτια του. «Έρποντας, μου φαίνεται». Ξανάρχισε να κοιτάζει το διάδρομο.

Η Εγκουέν δεν χρειάστηκε να τον ρωτήσει τι εννοούσε. Έβγαλε το μαντίλι της από το πουγκί της, σκούπισε βιαστικά το πρόσωπό της· κανείς δεν σε έπαιρνε σοβαρά όταν ήσουν λερωμένος, κι ο Ραντ έπρεπε να την ακούσει. «Με σημαντικά λόγια, Σομάρα. Ελπίζω να είναι μόνος. Ακόμα δεν ήρθαν οι Άες Σεντάι;» Το μαντίλι είχε γίνει γκρι, και το ξανάβαλε στο πουγκί της μ’ ένα αναστεναγμό.

Η Σομάρα κούνησε το κεφάλι. «Θέλει πολλή ώρα ακόμα για να έρθουν. Θα του πεις να προσέχει; Δεν θέλω να προσβάλω τις αδελφές σου, αλλά ο άνθρωπος δεν προσέχει καθόλου. Είναι ξεροκέφαλος».

«Θα του το πω». Η Εγκουέν δεν κρατήθηκε και χαμογέλασε. Είχε ξανακούσει τη Σομάρα να μιλά μ’ αυτό τον τρόπο —με την εκνευρισμένη υπερηφάνεια που θα είχε μια μητέρα για τον παράτολμο δεκάχρονο γιο της— όπως κι άλλες Κόρες. Πρέπει να ήταν κάποιο Αελίτικο αστείο, κι η Εγκουέν, παρ’ όλο που δεν το καταλάβαινε, συμφωνούσε μ’ ό,τι βοηθούσε να μην πάρουν τα μυαλά του αέρα. «Θα του πω επίσης να πλύνει τα αυτιά του». Η Σομάρα ένευσε και μετά κατάλαβε ότι η άλλη αστειευόταν. Η Εγκουέν πήρε μια βαθιά ανάσα. «Σομάρα, οι αδελφές μου δεν πρέπει να μάθουν ότι βρίσκομαι εδώ». Ο Μάρικ την κοίταξε με περιέργεια, ενώ παράλληλα περιεργαζόταν όλους τους υπηρέτες που έμπαιναν στο διάδρομο. Έπρεπε να είναι προσεκτική. «Δεν έχουμε στενές σχέσεις, Σομάρα. Για να πω την αλήθεια, είμαστε όσο πιο απομακρυσμένες μπορούν να είναι οι αδελφές».

«Η χειρότερη έχθρα είναι μεταξύ πρωταδελφών», είπε η Σομάρα νεύοντας. «Μπες. Δεν θα ακούσουν το όνομά σου από μένα, κι αν ο Μάρικ ανοίξει το στόμα του, θα του το ράψω». Ο Μάρικ, που ήταν δυο κεφάλια ψηλότερος της και διπλός στο βάρος, άφησε ένα χαμογελάκι χωρίς να την κοιτάξει.

Η συνήθεια που είχαν οι Κόρες να τη στέλνουν μέσα χωρίς να την ανακοινώνουν, στο παρελθόν είχε προκαλέσει σκηνές αμηχανίας, αλλά αυτή τη φορά ο Ραντ δεν καθόταν στο μπάνιο του. Τα διαμερίσματα ήταν φανερό ότι ανήκαν στον βασιλιά, κι ο προθάλαμος ήταν μινιατούρα της αίθουσας του θρόνου. Μινιατούρα σε σύγκριση με την πραγματική αίθουσα, δηλαδή. Οι μόνες καμπύλες που φαίνονταν ήταν οι κυματιστές ακτίνες ενός χρυσού ήλιου πλάτους ενός βήματος, ενσφηνωμένου στις γυαλισμένες πλάκες του πατώματος. Υπήρχαν ψηλοί καθρέφτες με λιτές χρυσές κορνίζες στους τοίχους κάτω από πλατιές ευθείες επίχρυσες ρίγες, και τα βαθιά περιζώματα αποτελούνταν από χρυσά τρίγωνα επικαλυπτόμενα μεταξύ τους σαν λέπια. Καρέκλες με άφθονα χρυσά στολίσματα και ψηλές ράχες ήταν βαλμένες δεξιά κι αριστερά του ανατέλλοντος ήλιου, σχηματίζοντας δύο ίσιες αντικριστές σειρές. Ο Ραντ καθόταν σε άλλη μια καρέκλα με τα διπλά χρυσά στολίδια και διπλή στο ύψος ράχη, πάνω σε ένα μικρό βάθρο, πλούσια χρυσοστόλιστο κι αυτό. Φορούσε κόκκινο μεταξωτό σακάκι κεντημένο με χρυσάφι, έγερνε το κομμάτι εκείνης της Σωντσανής λόγχης στον αγκώνα, κι είχε μια σκοτεινή έκφραση. Έμοιαζε με βασιλιά, που ήταν έτοιμος να διαπράξει φόνο.