Εκείνη στήριξε τα χέρια στους γοφούς. «Η Σομάρα λέει ότι πρέπει να πλύνεις αμέσως τα αυτιά σου, νεαρέ», είπε, και το κεφάλι του τινάχτηκε.
Η έκπληξη κι η οργή, κράτησαν μόνο μια στιγμή. Μ’ ένα πλατύ χαμόγελο κατέβηκε και πέταξε τη λόγχη στην καρέκλα. «Μα το Φως, τι έκανες;» Διέσχισε το δωμάτιο με μεγάλες δρασκελιές, την έπιασε από τους ώμους και τη γύρισε για να κοιτάξει τον κοντινότερο καθρέφτη.
Εκείνη άθελά της μόρφασε. Ήταν για γέλια. Η σκόνη που είχε περάσει από το επώμιό της —όχι σκόνη· είχε γίνει λάσπη με τον ιδρώτα της— σχημάτιζε ποταμάκια στα μάγουλα και στροβίλους στο μέτωπό της, εκεί που είχε προσπαθήσει να σκουπιστεί.
«Θα πω στη Σομάρα να φέρουν νερό», της είπε ξερά. «Ίσως σκεφτεί ότι το θέλω για τα αυτιά μου». Το χαμόγελο του ήταν ανυπόφορο!
«Μην κάνεις τον κόπο», του είπε μ’ όση αξιοπρέπεια μπόρεσε να επιστρατεύσει. Δεν ήθελε να τον έχει εκεί να στέκεται και να τη βλέπει να πλένεται. Έβγαλε το ήδη θεοβρώμικο μαντίλι της και προσπάθησε βιαστικά να καθαριστεί όσο καλύτερα μπορούσε. «Σύντομα θα συναντήσεις την Κόιρεν και τις άλλες. Δεν χρειάζεται να σε προειδοποιήσω εγώ ότι είναι επικίνδυνες, ε;»
«Νομίζω ότι μόλις με προειδοποίησες. Δεν θα έρθουν όλες. Είπα να μην έρθουν περισσότερες από τρεις, τόσες θα στείλουν λοιπόν». Στον καθρέφτη το πρόσωπό του φάνηκε να γέρνει, σαν να αφουγκραζόταν κάτι, και μετά να νεύει, με τη φωνή να χαμηλώνει και να γίνεται ψίθυρος. «Ναι, τρεις μπορώ να τις αντιμετωπίσω, αν δεν είναι πολύ δυνατές». Ξαφνικά, την πρόσεξε που τον κοίταζε. «Φυσικά, αν μια απ’ αυτές είναι η Μογκέντιεν φορώντας περούκα, ή η Σέμιραγκ, τότε ίσως μπλέξω άσχημα».
«Ραντ, πρέπει να το πάρεις στα σοβαρά». Το μαντίλι δεν έκανε δουλειά. Με μεγάλη απροθυμία, έφτυσε· δεν υπήρχε αξιοπρεπής τρόπος να φτύσεις σ’ ένα μαντίλι. «Ξέρω πόσο δυνατός είσαι, μα αυτές είναι Άες Σεντάι. Δεν μπορείς να φέρεσαι σα να είναι γυναίκες από την επαρχία. Ακόμα κι αν πιστεύεις ότι η Αλβιάριν θα γονατίσει μπροστά σου, μαζί με όλες τις φίλες της, αυτές εδώ τις έχει στείλει η Ελάιντα. Μην νομίζεις ότι έχει άλλο σκοπό εκτός του να σου περάσει λουρί. Με δυο λόγια, πρέπει να τις διώξεις».
«Και να εμπιστευτώ τις κρυμμένες φίλες σου;» ρώτησε εκείνος μαλακά. Υπερβολικά μαλακά.
Το πρόσωπό της δεν καθάριζε· έπρεπε να του είχε πει να φέρει νερό. Όμως δεν μπορούσε να του το ζητήσει τώρα, αφού πρώτα είχε αρνηθεί. «Ξέρεις ότι δεν μπορείς να εμπιστευτείς την Ελάιντα», του είπε με προσοχή, γυρνώντας προς το μέρος του. Έχοντας κατά νου τι είχε συμβεί την προηγούμενη φορά, δεν ήθελε καν να αναφέρει τις Άες Σεντάι του Σαλιντάρ. «Το ξέρεις».
«Δεν εμπιστεύομαι καμία Άες Σεντάι. Οι» —φάνηκε ένας δισταγμός στη φωνή του, σαν να σκόπευε να πει άλλη λέξη, αν κι η Εγκουέν δεν μπορούσε να φανταστεί ποια ήταν αυτή— «Άες Σεντάι θέλουν να με χρησιμοποιήσουν, κι εγώ θα προσπαθήσω να χρησιμοποιήσω αυτές. Ωραίος κύκλος, ε;» Αν η Εγκουέν είχε σκεφτεί έστω την πιθανότητα να του επιτραπεί να πλησιάσει τις Άες Σεντάι του Σαλιντάρ, το βλέμμα του την έκανε να καταλάβει το σφάλμα της: ήταν τόσο σκληρό, τόσο παγερό, που μέσα της ανατρίχιασε.
Ίσως αν ο Ραντ θύμωνε αρκετά, αν ερχόταν σε ρήξη με την Κόιρεν κι η αντιπροσωπεία επέστρεφε στον Πύργο με άδεια χέρια από δική της επιλογή... «Αν νομίζεις ότι είναι ωραίος, να πω κι εγώ ότι είναι ωραίος· είσαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Αφού λοιπόν σκοπεύεις να προχωρήσεις, τουλάχιστον κάνε το σωστά. Πάνω απ’ όλα μην ξεχνάς ότι είναι Άες Σεντάι. Ακόμα κι οι βασιλιάδες ακούνε τις Άες Σεντάι με σεβασμό, ακόμα κι όταν δεν συμφωνούν, και ξεκινούν την ίδια ώρα για την Ταρ Βάλον όταν τους καλέσουν. Ακόμα κι οι Δακρυνοί Υψηλοί Άρχοντες θα το έκαναν, κι ο Πέντρον Νάιαλ». Ο ανόητος της χαμογέλασε ξανά ή, τουλάχιστον, της έδειξε τα δόντια του· το υπόλοιπο πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο σαν βράχος του ποταμού. «Ελπίζω να προσέχεις αυτά που λέω. Προσπαθώ να σε βοηθήσω». Όχι, όμως, με τον τρόπο που νόμιζε ο Ραντ. «Αν σκοπεύεις να τις χρησιμοποιήσεις, μην τις κάνεις να βγάλουν νύχια και να σηκώσουν τις τρίχες σαν θυμωμένες γάτες. Ο Αναγεννημένος Δράκοντας δεν θα τις εντυπωσιάσει περισσότερο απ’ όσο εντυπωσιάζει εμένα, με τα πολυτελή σακάκια και τους θρόνους και το παλιοσκήπτρο σου». Έριξε μια περιφρονητική ματιά στη θυσανωτή λόγχη· μα το Φως, αυτό το πράγμα της έφερνε ανατριχίλα! «Δεν θα πέσουν στα γόνατα όταν σε δουν, αλλά δεν θα πάθεις τίποτα μ’ αυτό. Και δεν θα πάθεις τίποτα αν δείξεις λίγη ευγένεια. Άσε κατά μέρος την υπερηφάνειά σου. Δεν είναι ικεσία το να δείξεις τον δέοντα σεβασμό, λίγη ταπεινότητα».