«Τον δέοντα σεβασμό», είπε εκείνος σκεπτικά. Αναστέναξε, κούνησε το κεφάλι πικρά, έτριψε με το χέρι τα μαλλιά του. «Ξέρω ’γω, φαντάζομαι ότι δεν μπορώ να μιλήσω στις Άες Σεντάι με τον ίδιο τρόπο που μιλώ σε κάποιον άρχοντα που συνωμοτεί πίσω από την πλάτη μου. Είναι καλή η συμβουλή, Εγκουέν. Θα προσπαθήσω. Θα είμαι ταπεινός σαν ποντίκι».
Εκείνη, προσπαθώντας να το κάνει βιαστικά, έτριψε πάλι το πρόσωπό της με το μαντίλι για να κρύψει την έκπληξή της. Δεν ήξερε αν τα μάτια της ήταν γουρλωμένα, μα πίστευε πως ήταν. Ολόκληρη τη ζωή της, κάθε φορά που έλεγε ότι ήταν καλύτερα να στρίψουν δεξιά, ο Ραντ πείσμωνε κι έλεγε να πάνε αριστερά! Πώς κι είχε διαλέξει να την ακούσει τώρα;
Υπήρχε κάτι καλό στην κατάσταση όπως είχε διαμορφωθεί; Αν μη τι άλλο, δεν θα ήταν κακό για τον Ραντ να δείξει λίγο σεβασμό. Ακόμα κι αν αυτές οι Άες Σεντάι ακολουθούσαν την Ελάιντα, η ιδέα ότι κάποιος θα τους φερόταν με αυθάδεια ενοχλούσε πραγματικά την Εγκουέν. Μόνο που η Εγκουέν ήθελε τον Ραντ να φερθεί αυθάδικα κι υπεροπτικά όπως πάντα. Ό,τι είχε γίνει είχε γίνει, και δεν είχε νόημα να αλλάξει τώρα· ο Ραντ δεν ήταν βλάκας. Απλώς σε έκανε να αγανακτήσεις.
«Αυτός ήταν ο μόνος λόγος που ήρθες;» τη ρώτησε.
Η Εγκουέν δεν μπορούσε να φύγει ακόμα. Ίσως υπήρχε μια ευκαιρία να ξαναβάλει τα πράγματα στη σωστή τους θέση, να φροντίσει να μην φερθεί τόσο άμυαλα ο Ραντ ώστε να πάει στην Ταρ Βάλον. «Ξέρεις ότι υπάρχει μια Θαλασσινή Κυρά των Κυμάτων σ’ ένα πλοίο στο ποτάμι; Το Αφρισμένο Κύμα». Να μια καλή αλλαγή θέματος. «Ήρθε να σε δει, κι άκουσα ότι αδημονεί». Της το είχε μεταφέρει ο Γκάγουιν. Η Έριαν είχε πάει με βάρκα για να μάθει τι γύρευαν οι Θαλασσινοί τόσο βαθιά στην ενδοχώρα, και της είχαν αρνηθεί την άδεια να ανέβει στο πλοίο τους. Είχε επιστρέψει με διάθεση, που αν δεν ήταν Άες Σεντάι, θα την περιέγραφες ως πυρ και μανία από το θυμό. Η Εγκουέν είχε κάποιες υποψίες για το λόγο που τις είχε φέρει εδώ, όμως δεν επρόκειτο να τις πει στον Ραντ· συναντούσε μια φορά κάποιους χωρίς να περιμένει ότι θα υποκλίνονταν μπροστά του.
«Οι Άθα’αν Μιέρε φαίνονται να είναι παντού». Ο Ραντ κάθισε σε μια καρέκλα· για κάποιο λόγο έδειχνε να διασκεδάζει με κάτι, όμως η Εγκουέν θα ορκιζόταν ότι αυτό δεν ήταν οι Θαλασσινοί. «Η Μπερελαίν λέει ότι πρέπει να συναντηθώ μ’ αυτή τη Χαρίνε ντιν Τογκάρα Δύο Άνεμοι, αλλά αν την πιάνουν τα νεύρα της όπως λέει η Μπερελαίν, ας περιμένει. Αρκετές γυναίκες είναι θυμωμένες μαζί μου προς το παρόν».
Σχεδόν της πρόσφερε μια αφορμή. «Δεν καταλαβαίνω γιατί. Πάντα έχεις έναν τρόπο να κερδίζεις τους ανθρώπους». Αμέσως η Εγκουέν ευχήθηκε να είχε καταπιεί τη γλώσσα της· αυτά τα λόγια απλώς τον έσπρωχναν να κάνει αυτό που δεν τον ήθελε να κάνει.
Εκείνος, με σμιγμένα τα φρύδια, δεν φάνηκε να την έχει ακούσει. «Εγκουέν, ξέρω ότι δεν συμπαθείς την Μπερελαίν, αλλά δεν φαντάζομαι να έκανες το επόμενο βήμα, ε; Θέλω να πω ότι προσποιείσαι τόσο καλά την Αελίτισσα που σε φαντάζομαι να της προτείνεις να χορέψετε τις λόγχες οι δυο σας. Κάτι την ενοχλούσε, την τάραζε, μα δεν ήθελε να μου πει τι».
Μάλλον είχε βρεθεί άνδρας που της είχε πει όχι· αυτό θα έσειε συθέμελα τον κόσμο της Μπερελαίν. «Δεν της είπα ούτε δέκα λέξεις μετά την Πέτρα του Δακρύου, κι ούτε τότε είχαμε μιλήσει περισσότερο. Ραντ, δεν φαντάζομαι να πιστεύεις—»
Μια πόρτα άνοιξε ίσα-ίσα για να περάσει η Σομάρα, η οποία την έκλεισε πίσω της βιαστικά. «Οι Άες Σεντάι έχουν έρθει, Καρ’α’κάρν».
Το κεφάλι του Ραντ στράφηκε προς την πόρτα, με το πρόσωπό του ανέκφραστο. «Μα δεν είναι να έρθουν ακόμα—! Θέλουν να με πιάσουν απροετοίμαστο, ε; Θα πρέπει να μάθουν ποιος έχει το πάνω χέρι εδώ».
Εκείνη τη στιγμή την Εγκουέν δεν την ένοιαζε ακόμα κι αν ήθελαν να τον πιάσουν με τα ασπρόρουχά του. Οι σκέψεις περί της Μπερελαίν χάθηκαν. Η Σομάρα έκανε μια μικρή χειρονομία που μπορεί να σήμαινε συμπόνια. Ούτε κι αυτό την ένοιαζε. Ο Ραντ μπορούσε να τις εμποδίσει να την πάρουν, αν του το ζητούσε. Απλώς αυτό θα σήμαινε ότι θα έμενε κοντά του από δω και πέρα για να μη τη θωρακίσουν και την φυγαδεύσουν μόλις ξεμύτιζε στο δρόμο. Απλώς θα σήμαινε να του το ζητήσει, να βάλει τον εαυτό της υπό τη σκέπη του. Η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό και στο να τη σύρουν πίσω στον Πύργο μέσα σ’ ένα σακί ήταν τόσο μικρή που την πόνεσε το στομάχι της. Καταρχάς, ποτέ δεν θα γινόταν Άες Σεντάι με το να κρύβεται πίσω του, κι αφετέρου, η ιδέα να κρυφτεί πίσω από άλλον τής ήταν ανυπόφορη. Όμως οι Άες Σεντάι ήταν εδώ, ακριβώς έξω από την πόρτα, και μέσα σε μια ώρα ίσως η Εγκουέν βρισκόταν πιασμένη στο σακί ή κάτι εξίσου άσχημο. Πήρε βαθιές, αργές ανάσες, που δεν βοήθησαν να καταλαγιάσει η ταραχή της.