Выбрать главу

«Ραντ, υπάρχει άλλη έξοδος από δω; Αν δεν υπάρχει, θα κρυφτώ σε κάποιο άλλο δωμάτιο. Δεν πρέπει να μάθουν ότι είμαι εδώ. Ραντ; Ραντ! Μ’ ακούς;»

Εκείνος μίλησε, μα σίγουρα όχι σ’ αυτήν. «Μα είσαι εδώ», ψιθύρισε βραχνά. «Παραείναι μεγάλη η σύμπτωση για να το σκεφτείς τώρα». Κοίταζε το άπειρο με μια οργισμένη όψη, κι ίσως φόβο. «Που να καείς, απάντησέ μου! Ξέρω ότι είσαι εδώ!»

Η Εγκουέν άθελά της έγλειψε τα χείλη της. Μπορεί η Σομάρα να τον κοίταζε με βλέμμα που θα το περιέγραφες ως μητρική στοργή —ενώ ο Ραντ δεν είχε προσέξει καν το αστείο της— αλλά η Εγκουέν ένιωθε αναγούλα στο στομάχι. Δεν μπορούσε να είχε τρελαθεί έτσι απότομα. Δεν μπορούσε. Αλλά έμοιαζε να ακούει κάποια κρυμμένη φωνή πριν από λίγο, ίσως και να της είχε αποκριθεί μετά.

Η Εγκουέν δεν κατάλαβε για πότε διέσχισε το δωμάτιο, αλλά ξαφνικά ένιωσε το χέρι της να αγγίζει το μέτωπό του. Η Νυνάβε πάντα έλεγε πρώτα να κοιτάς μήπως ο άλλος είχε πυρετό, αν κι αυτό μάλλον δεν θα βοηθούσε τώρα... Μακάρι να μην ήταν τόσο ανίδεη στη Θεραπεία. Αλλά ούτε κι αυτό θα βοηθούσε, αν ο Ραντ είχε... «Ραντ, μήπως είσαι...; Νιώθεις καλά;»

Εκείνος ξανάρθε στα συγκαλά του, αποτραβήχτηκε από το χέρι της, την κοίταξε καχύποπτα. Την αμέσως επόμενη στιγμή είχε σηκωθεί όρθιος, σφίγγοντάς την από το μπράτσο, σχεδόν σέρνοντάς την στην αίθουσα τόσο γοργά που εκείνη παραλίγο θα σκόνταφτε στα φουστάνια της καθώς πάσχιζε να τον προφτάσει. «Στάσου εκεί», τη διέταξε ζωηρά, ακουμπώντας την πλάι στο βάθρο, κι οπισθοχώρησε.

Τρίβοντας το μπράτσο της με δύναμη, για να αναγκαστεί εκείνος να το προσέξει, έκανε να τον ακολουθήσει. Οι άνδρες ποτέ δεν συνειδητοποιούσαν πόσο δυνατοί ήταν· ακόμα κι ο Γκάγουιν δεν το καταλάβαινε πάντα, αν και μαζί του δεν την πείραζε. «Τι νομίζεις ότι—;»

«Μη σαλέψεις!» Με τόνο αηδίας πρόσθεσε, «Πανάθεμά τον, μοιάζει με κυματάκια αν κινείσαι. Θα το στερεώσω στο πάτωμα, αλλά και πάλι δεν μπορείς να πηγαίνεις πέρα-δώθε. Δεν ξέρω πόσο μεγάλο μπορώ να το κάνω, και δεν είναι η ώρα για να το μάθω». Η Σομάρα είχε μείνει με το στόμα ορθάνοιχτο, αν και το έκλεισε γρήγορα.

Τι να στερεώσει στο πάτωμα; Τι έλεγε—; Η Εγκουέν το αντιλήφθηκε τόσο απότομα που ξέχασε να αναρωτηθεί σε ποιον έλεγε ο Ραντ «πανάθεμά τον». Ο Ραντ είχε υφάνει το σαϊντίν ολόγυρά της. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα· ανάσαινε γρήγορα, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. Πόσο κοντά ήταν το σαϊντίν, Κάθε ικμάδα της λογικής της της έλεγε ότι το μόλυσμα δεν μπορούσε να ξεφύγει από αυτό που είχε διαβιβάσει ο Ραντ, ό,τι κι αν ήταν· την είχε ξαναγγίξει με το σαϊντίν, αλλά η σκέψη έκανε την κατάσταση ακόμα χειρότερη. Ενστικτωδώς, στένεψε τους ώμους της και κράτησε τα φουστάνια της σφιχτά μπροστά της.

«Τι—; Τι έκανες;» Ένιωσε περήφανη για τη φωνή της, που ήταν ίσως λιγάκι ασταθής, μα δεν ήταν καθόλου η οιμωγή που ήθελε να βγάλει.

«Κοίτα σ’ εκείνο τον καθρέφτη», γέλασε ο Ραντ. Γέλασε!

Η Εγκουέν υπάκουσε δύσθυμα — κι άφησε μια κοφτή κραυγούλα. Εκεί, στο ασημισμένο γυαλί, φαινόταν η επίχρυση καρέκλα στο βάθρο της. Μέρος του υπόλοιπου δωματίου. Μα πουθενά η ίδια. «Είμαι... αόρατη», είπε ξέπνοα. Κάποτε η Μουαραίν τους είχε κρύψει όλους πίσω από ένα φράγμα από σαϊντάρ, μα πώς το είχε μάθει ο Ραντ;

«Καλύτερα αυτό παρά να κρυφτείς κάτω από το κρεβάτι μου», της είπε, μιλώντας στον αέρα, απευθυνόμενος σε ένα σημείο μια ολόκληρη παλάμη δεξιά του κεφαλιού της. Λες και της είχε περάσει καν από το νου τέτοιο πράγμα! «Θέλω να δεις πόσο σεβασμό μπορώ να δείξω. Εκτός αυτού», ο τόνος του τώρα έγινε πιο σοβαρός, «ίσως δεις κάτι που εμένα θα μου ξεφύγει. Ίσως μάλιστα θελήσεις να μου το πεις». Μ’ ένα ξερό, κοφτό γέλιο, πήδηξε στο βάθρο, μάζεψε τη θυσανωτή λόγχη, και κάθισε. «Να περάσουν, Σομάρα. Ας πλησιάσει τον Αναγεννημένο Δράκοντα η αντιπροσωπεία του Λευκού Πύργου». Το στραβό χαμόγελο του έκανε την Εγκουέν να νιώθει σχεδόν όσο άβολα ένιωθε με το υφασμένο σαϊντίν σχεδόν πάνω της. Μα πόσο κοντά ήταν, άραγε, αυτό το άτιμο πράγμα;

Η Σομάρα χάθηκε, και μέσα σε λίγες στιγμές οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα.

Προπορευόταν μια παχουλή, επιβλητική γυναίκα, που δεν μπορεί παρά να ήταν η Κόιρεν, φορώντας σκούρα γαλάζια εσθήτα· την πλαισίωναν, μένοντας ένα βήμα πίσω, η Νεσούνε με απλό καφέ μάλλινο φόρεμα και μια Άες Σεντάι με κοράκισια μαλλιά και πράσινο φόρεμα, μια ομορφούλα στρογγυλοπρόσωπη γυναίκα με τροφαντό, απαιτητικό στόμα. Η Εγκουέν ευχήθηκε να φορούσαν πάντα οι Άες Σεντάι τα χρώματα του Άτζα τους —οι Λευκές τα φορούσαν όποτε τους δινόταν η ευκαιρία— επειδή, ό,τι κι αν ήταν αυτή η γυναίκα, αποκλείεται να ήταν Πράσινη, κρίνοντας από τη σκληρή ματιά που είχε ρίξει στον Ραντ με το πρώτο βήμα που είχε κάνει στην αίθουσα. Η παγερή γαλήνη της μόλις κι έκρυβε την περιφρόνηση που ένιωθε, ή ίσως την έκρυβε μόνο από όσους δεν ήταν συνηθισμένοι στις Άες Σεντάι. Άραγε, θα το έβλεπε ο Ραντ; Ίσως όχι· έμοιαζε να έχει στρέψει την προσοχή του στην Κόιρεν, που το πρόσωπό της ήταν εντελώς αινιγματικό. Η Νεσούνε, φυσικά, κοίταξε τα πάντα, με τα μάτια της, που ήταν θαρρείς μάτια πουλιού, να τινάζονται εδώ κι εκεί.