Выбрать главу

Εκείνη τη στιγμή η Εγκουέν ένιωσε ευγνωμοσύνη για το μανδύα που της είχε υφάνει ο Ραντ. Έκανε να σφουγγίσει το πρόσωπό της με το μαντίλι που κρατούσε ακόμα, και μετά η κίνηση της πάγωσε. Ο Ραντ είχε πει ότι θα το στερέωνε στο πάτωμα. Το είχε κάνει άραγε; Μα το Φως, η Εγκουέν μπορεί να στεκόταν εκεί ολόγυμνη χωρίς να το καταλαβαίνει. Μόνο που το βλέμμα της Νεσούνε την προσπέρασε χωρίς να σταθεί. Ο ιδρώτας κύλησε στο πρόσωπο της Εγκουέν. Σωστό ποτάμι. Του Ραντ του άξιζε να καεί! Η Εγκουέν θα βολευόταν μια χαρά κρυμμένη κάτω από το κρεβάτι του.

Πίσω από τις Άες Σεντάι ακολούθησαν ακόμα δώδεκα γυναίκες, απλά ντυμένες, με ελαφρούς μανδύες από τραχύ λινό ύφασμα να κρέμονται στην πλάτη τους. Οι περισσότερες ήταν σωματώδεις, όμως αγκομαχούσαν, καθώς μετέφεραν δύο κιβώτια, όχι μικρά, στα στιλβωμένα μπρούντζινα ελάσματα των οποίων ήταν δουλεμένη η Φλόγα της Ταρ Βάλον. Οι υπηρέτριες ακούμπησαν κάτω τα σεντούκια αφήνοντας να ηχήσουν στεναγμοί ανακούφισης· κούνησαν τα μπράτσα και τάνυσαν τις πλάτες τους καθώς οι πόρτες έκλειναν, κι η Κόιρεν με τις δύο άλλες έκλιναν το γόνυ με τέλειο συγχρονισμό, αν κι όχι πολύ βαθιά.

Ο Ραντ κατέβηκε από την καρέκλα πριν ξανασηκωθούν. Η λάμψη του σαϊντάρ περιέβαλλε τις Άες Σεντάι, μαζί και τις τρεις τους· είχαν συνδεθεί. Η Εγκουέν προσπάθησε να θυμηθεί τι είχε δει, πώς το είχαν κάνει· παρά τη λάμψη, τίποτα δεν τάραζε την εξωτερική γαλήνη τους καθώς ο Ραντ προχωρούσε με μεγάλες δρασκελιές προς τις υπηρέτριες και τις κοίταζε μια-μια στο πρόσωπο.

Τι άραγε—; Φυσικά· ήθελε να βεβαιωθεί ότι καμία δεν είχε το αγέραστο πρόσωπο των Άες Σεντάι. Η Εγκουέν κούνησε το κεφάλι, κι ύστερα μαρμάρωσε ξανά. Ήταν ανόητος αν πίστευε ότι αυτό αρκούσε. Οι περισσότερες ήταν προχωρημένες στα χρόνια —δεν ήταν τίποτα γριές, αλλά καταλάβαινε ότι ο χρόνος τις είχε αγγίξει— όμως δύο ήταν αρκετές νέες ώστε να είναι Άες Σεντάι που πρόσφατα είχαν γίνει πλήρεις αδελφές. Δεν ήταν Άες Σεντάι —η Εγκουέν μπορούσε να νιώσει την ικανότητα μόνο σε κείνες τις τρεις— όμως ο Ραντ δεν μπορούσε να το καταλάβει με το βλέμμα.

Έπιασε κι ανασήκωσε το πηγούνι μιας σωματώδους νεαρής και της χαμογέλασε κοιτώντας τη στα μάτια. «Μη φοβάσαι», είπε μαλακά. Εκείνη λικνίστηκε, λες κι ήταν στα πρόθυρα λιγοθυμιάς. Ο Ραντ αναστέναξε κι έστριψε επί τόπου. Δεν κοίταξε τις Άες Σεντάι καθώς τις προσπερνούσε. «Δεν θα διαβιβάζετε κοντά μου», είπε σταθερά. «Αφήστε το». Μια σύντομη έκφραση όλο υποθέσεις πέρασε από το πρόσωπο της Νεσούνε, όμως οι άλλες δύο τον παρακολουθήσαν γαλήνιες να κάθεται στη θέση του. Τρίβοντας το μπράτσο του —η Εγκουέν ήταν μπροστά όταν ο Ραντ είχε πρωτοκαταλάβει εκείνη το γαργαλητό— μίλησε με πιο τραχύ τόνο. «Είπα ότι δεν θα διαβιβάζετε κοντά μου. Ούτε καν θα αγκαλιάσετε το σαϊντάρ».

Η στιγμή τράβηξε σε μάκρος, ενώ η Εγκουέν προσευχόταν σιωπηλά. Τι θα έκανε αν αυτές κρατούσαν την Πηγή; Θα δοκίμαζε να τις αποκόψει; Το να αποκόψεις μια γυναίκα από το σαϊντάρ όταν το είχε ήδη αγκαλιάσει ήταν πιο δύσκολο απ’ όσο αν την είχες θωρακίσει από πριν. Η Εγκουέν δεν ήξερε αν ο Ραντ θα μπορούσε να το καταφέρει αυτό, με τρεις γυναίκες, που μάλιστα ήταν συνδεμένες. Το χειρότερο ήταν, τι θα έκαναν αν το επιχειρούσε καν; Η λάμψη εξαφανίστηκε κι η Εγκουέν άφησε ένα δυνατό στεναγμό από την ανακούφισή της. Αυτό που είχε κάνει ο Ραντ την είχε κάνει αόρατη, μα προφανώς δεν σταματούσε τον ήχο.

«Έτσι μπράβο». Το χαμόγελο του Ραντ απευθυνόταν και στις τρεις, αλλά δεν άγγιζε τα μάτια του. «Ας τα ξαναπάρουμε από την αρχή. Είστε επίτιμες προσκεκλημένες, μόλις αυτή τη στιγμή μπήκατε».

Εκείνες, φυσικά, το κατάλαβαν. Δεν το είχε πει μαντεύοντας. Η Κόιρεν μούδιασε λιγάκι και τα μάτια της γυναίκας με τα κορακίσια μαλλιά πλάτυναν λιγάκι. Η Νεσούνε απλώς ένευσε προς τον εαυτό της, προσθέτοντάς το στις άλλες παρατηρήσεις της. Η Εγκουέν ευχήθηκε απελπισμένα να προσέχει ο Ραντ. Της Νεσούνε δεν θα της ξέφευγε τίποτα.