«Όχι», είπε τελικά ο Ραντ, ενώ καθόταν πίσω με τα χέρια στα μπράτσα της καρέκλας. Την έκανε να μοιάζει ακόμα πιο πολύ απ’ όσο πριν με θρόνο. «Ίσως να μην είναι ασφαλές. Δεν θα μου άρεσε να δεχθείτε από ατύχημα μια λόγχη στα πλευρά». Η Κόιρεν άνοιξε το στόμα, όμως αυτός δεν την άφησε να μιλήσει. «Για τη δική σας ασφάλεια, καμία δεν πρέπει να με πλησιάζει κοντύτερα από ένα μίλι δίχως άδεια. Επίσης καλά θα ήταν να κρατάτε τόση απόσταση από το παλάτι. Θα μάθετε πότε θα είμαι έτοιμος να έρθω μαζί σας. Σας το υπόσχομαι». Ξαφνικά, βρέθηκε όρθιος. Πάνω στο βάθρο ορθωνόταν τόσο ψηλός που οι Άες Σεντάι έπρεπε να γείρουν το κεφάλι πολύ πίσω για να τον βλέπουν, κι ήταν φανερό ότι δεν τους άρεσε ούτε αυτό, ούτε οι περιορισμοί. Τρία πρόσωπα που έμοιαζαν σκαλισμένα σε πέτρα τον ατένισαν. «Θα σας αφήσω τώρα να επιστρέψετε και να αναπαυθείτε. Όσο πιο γρήγορα φροντίσω ορισμένα πράγματα, τόσο πιο γρήγορα θα μπορέσω να πάω στον Πύργο. Θα στείλω μήνυμα όταν μπορέσω να σας ξαναδώ».
Εκείνες δεν χάρηκαν καθόλου που τις έδιωχναν τόσο απότομα, ή μάλλον που τις έδιωχναν καν —οι Άες Σεντάι ήταν εκείνες που έλεγαν πότε είχε τελειώσει η συνάντηση— όμως δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο παρά να κλίνουν ελαφρά το γόνυ, με την ενόχληση να διαπερνά τη συνηθισμένη αταραξία τους.
Καθώς γυρνούσαν για να φύγουν, ο Ραντ ξαναμίλησε, με ανέμελο τόνο. «Ξέχασα να ρωτήσω. Τι κάνει η Αλβιάριν;»
«Καλά είναι». Το στόμα της Γκαλίνα έμεινε να χάσκει για μια στιγμή και τα μάτια της πλάτυναν. Έμοιαζε ξαφνιασμένη που είχε μιλήσει.
Η Κόιρεν δίστασε, έτοιμη να χρησιμοποιήσει αυτή την αφορμή για να πει κι άλλα, όμως ο Ραντ σηκώθηκε ανυπόμονα, σχεδόν χτυπώντας το πόδι στο πάτωμα. Όταν έφυγαν, κατέβηκε, ζυγιάζοντας τη λόγχη στο χέρι του και κοιτώντας τις πόρτες που είχαν κλείσει πίσω από τις τρεις γυναίκες.
Η Εγκουέν δεν έχασε ούτε στιγμή και κίνησε με μεγάλες δρασκελιές προς το μέρος του. «Τι παιχνίδι παίζεις, Ραντ αλ’Θόρ;» Είχε ήδη κάνει πεντ’ έξι βήματα όταν το είδωλο της στους καθρέφτες την έκανε να συνειδητοποιήσει ότι είχε περάσει μέσα από το υφασμένο σαϊντίν του. Τουλάχιστον δεν το είχε αντιληφθεί όταν το είχε αγγίξει. «Λοιπόν;»
«Είναι της Αλβιάριν», είπε εκείνος σκεφτικά. «Η Γκαλίνα. Είναι φίλη της Αλβιάριν, πάω στοίχημα γι’ αυτό».
Εκείνη ξεφύσησε, καθώς στεκόταν αποφασισμένα μπροστά του. «Θα έχανες τα λεφτά σου, άσε που θα γινόσουν ρεζίλι. Η Γκαλίνα είναι κόκκινη, είμαι σίγουρη γι’ αυτό».
«Επειδή δεν με συμπαθεί;» Τώρα ο Ραντ την κοίταζε κι εκείνη σχεδόν ευχήθηκε να μην το έκανε. «Επειδή με φοβάται;» Ο Ραντ δεν μόρφαζε, δεν την αγριοκοίταζε, ούτε καν την κοίταζε με ιδιαίτερη ένταση, όμως τα μάτια του έμοιαζαν να ξέρουν πράγματα τα οποία η Εγκουέν αγνοούσε. Αυτό δεν της άρεσε καθόλου. Το χαμόγελο του άστραψε τόσο ξαφνικά που αυτή ανοιγόκλεισε τα μάτια. «Εγκουέν, θέλεις να πιστέψω ότι μπορείς να καταλάβεις το Άτζα μιας γυναίκας από το πρόσωπό της;»
«Όχι, αλλά—»
«Πάντως, ακόμα κι οι Κόκκινες ίσως καταλήξουν να με ακολουθήσουν. Ξέρουν κι αυτές καλά τις Προφητείες. “Ο ακηλίδωτος πύργος τσακίζεται και λυγίζει το γόνυ στο λησμονημένο σημάδι”. Γράφτηκε πριν υπάρξει Λευκός Πύργος, μα τι άλλο μπορεί να σημαίνει ο “ακηλίδωτος πύργος”; Και το λησμονημένο σημάδι; Το λάβαρο μου, Εγκουέν, με το αρχαίο σύμβολο των Άες Σεντάι».
«Που να καείς, Ραντ αλ’Θόρ!» Ξεστόμισε την κατάρα πιο αδέξια απ’ όσο θα ήθελε· δεν είχε συνηθίσει να λέει τέτοια πράγματα. «Να σε κάψει το Φως! Δεν είναι δυνατόν να σκέφτεσαι ότι θα πας μαζί τους; Δεν είναι δυνατόν!»
Εκείνος της γύμνωσε τα δόντια του γελώντας. Γελώντας! «Δεν έκανα αυτό που ήθελες; Και αυτό που μου είπες να κάνω και αυτό που ήθελες».
Εκείνη έσφιξε τα χείλη με αγανάκτηση. Κρίμα που το είχε καταλάβει, αλλά από πάνω ήταν αγένεια να της το πετά κατάμουτρα. «Ραντ, άκουσέ με σε παρακαλώ. Η Ελάιντα—»
«Το ζήτημα τώρα είναι πώς θα σε στείλω πίσω στις σκηνές χωρίς να μάθουν ότι ήσουν εδώ. Υποθέτω πως έχουν αυτιά και μάτια στο Παλάτι».
«Ραντ, πρέπει να—!»
«Τι θα ’λεγες να μπεις σε κείνα τα μεγάλα καλάθια με τα άπλυτα; Μπορώ να βάλω δυο Κόρες να το κουβαλήσουν».
Η Εγκουέν παραλίγο θα σήκωνε τα χέρια ψηλά. Ο Ραντ ανυπομονούσε να τη διώξει όσο και τις Άες Σεντάι. «Τα ποδαράκια μου φτάνουν για να γυρίσω, μην ενοχλείσαι». Σε καλάθι απλύτων, αν ήταν δυνατόν! «Δεν θα ανησυχούσα αν μου έλεγες πώς γυρνάς από το Κάεμλυν εδώ όποτε σου καπνίσει». Η Εγκουέν δεν καταλάβαινε γιατί αισθανόταν τόσο άβολα κάνοντας την ερώτηση, μα έτσι ένιωθε. «Ξέρω ότι δεν μπορείς να μου το διδάξεις, μα αν μου έλεγες τον τρόπο, ίσως μπορούσα να βρω πώς γίνεται με το σαϊντάρ».