Выбрать главу

Σχεδόν περίμενε ότι ο Ραντ θα έκανε κάποιο αστειάκι σε βάρος της, αλλά αντίθετα εκείνος έπιασε το επώμιο της, μια άκρη σε κάθε χέρι. «Το Σχήμα», της είπε. «Το Κάεμλυν» —ένα δάχτυλο του αριστερού χεριού του σχημάτισε ένα εξόγκωμα σαν σκηνή— «κι η Καιρχίν». Ένα δάχτυλο του άλλου χεριού έκανε κι αυτό μια σκηνή· πλησίασε κοντά τις δύο σκηνές. «Λυγίζω το Σχήμα κι ανοίγω τρύπα από εδώ εκεί. Δεν ξέρω μέσα από τι ανοίγω την τρύπα, αλλά δεν υπάρχει χώρος μεταξύ της μιας άκρης της τρύπας και της άλλης». Άφησε το επώμιο να πέσει. «Σε βοηθά αυτό;»

Εκείνη, δαγκώνοντας το χείλος της, κοίταξε ξινά το επώμιο. Δεν τη βοηθούσε καθόλου. Της ερχόταν ταραχή και μόνο από τη σκέψη ότι θα άνοιγε μια τρύπα στο Σχήμα. Έλπιζε ότι θα ήταν κάτι σαν εκείνο που είχε βρει σχετικά με τον Τελ’αράν’ριοντ. Όχι ότι σκόπευε να το χρησιμοποιήσει, φυσικά, μα είχε άφθονο χρόνο στα χέρια της, κι οι Σοφές γκρίνιαζαν ότι οι Άες Σεντάι ρωτούσαν πώς μπορούσαν να μπουν εκεί ένσαρκα. Η Εγκουέν είχε σκεφτεί ότι ο τρόπος θα ήταν να δημιουργήσει —μια ομοιότητα, αυτός έμοιαζε να είναι ο μόνος τρόπος για να το περιγράψει— μια ομοιότητα μεταξύ του πραγματικού κόσμου και της αντανάκλασής του στον Κόσμο των Ονείρων. Αυτό θα έπρεπε να δημιουργήσει ένα μέρος όπου θα ήταν δυνατόν να περάσεις έτσι απλά από το ένα στο άλλο. Αν η μέθοδος ταξιδιού του Ραντ έμοιαζε έστω και λίγο, η Εγκουέν θα ήταν πρόθυμη να κάνει μια δοκιμή, μα αυτό τώρα... Το σαϊντάρ έκανε ό,τι ήθελες, αρκεί να θυμόσουν ότι ήταν απείρως δυνατότερο από σένα κι έπρεπε να το καθοδηγείς γλυκά· αν προσπαθούσες να επιφέρεις με τη βία το λάθος πράγμα, θα σκοτωνόσουν ή θα καιγόσουν πριν προλάβεις να αφήσεις ούτε ένα ουρλιαχτό.

«Ραντ, είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει λόγος να κάνεις τα πράγματα ίδια... ή...» Δεν ήξερε πώς να το θέσει, αλλά πάντως ο Ραντ κούνησε το κεφάλι πριν σβήσει η φωνή της.

«Αυτό μου φαίνεται σαν να αλλάζεις την ύφανση του Σχήματος, ε; Νομίζω ότι θα με διέλυε αν προσπαθούσε. Ανοίγω τρύπα». Κούνησε το δάχτυλό του για επίδειξη.

Δεν υπήρχε λόγος να το ψάξει κι άλλο. Έσιαξε εκνευρισμένα το επώμιο της. «Ραντ, για τους Θαλασσινούς που λέγαμε. Δεν ξέρω πιο πολλά απ’ όσα έχω διαβάσει» —ήξερε, μα δεν θα του το έλεγε— «αλλά πρέπει να είναι κάτι σημαντικό αυτό που τις έφερε τόσο δρόμο για να σε δουν».

«Φως μου», μουρμούρισε εκείνος αφηρημένα, «χοροπηδάς σαν σταγόνα νερού στο πυρωμένο τηγάνι. Όταν αδειάζω, θα τις δω». Για μια στιγμή έτριψε το μέτωπό του και τα μάτια του κοίταξαν το τίποτα. Τα ανοιγόκλεισε και φάνηκε να την ξαναβλέπει. «Θες να μείνεις ώσπου να ξαναγυρίσουν;» Στ’ αλήθεια ήθελε να την ξεφορτωθεί.

Στην πόρτα η Εγκουέν κοντοστάθηκε, όμως εκείνος ήδη απομακρυνόταν προς το βάθος του δωματίου, σφίγγοντας τα χέρια στην πλάτη του, μονολογώντας. Μαλακά, όμως η Εγκουέν διέκρινε μερικά απ’ όσα έλεγε. «Που κρύβεσαι, που να καείς; Ξέρω ότι είσαι εκεί!»

Τρέμοντας, βγήκε από το δωμάτιο. Αν ο Ραντ ήδη τρελαινόταν, αυτό δεν θα άλλαζε. Ο Τροχός ύφαινε όπως ο Τροχός το ήθελε, κι ό,τι ύφαινε έπρεπε να το δεχτείς.

Έπιασε τον εαυτό της να κοιτάζει τους υπηρέτες που προχωρούσαν στο διάδρομο και να αναρωτιέται ποιοι άραγε ήταν πράκτορες των Άες Σεντάι, και σταμάτησε. Ο Τροχός ύφαινε όπως ο Τροχός το ήθελε. Νεύοντας στη Σομάρα, ίσιωσε τους ώμους και προσπάθησε να μην πάει τρέχοντας στην πλησιέστερη είσοδο υπηρεσίας.

Ελάχιστες κουβέντες ακούγονταν, καθώς η καλύτερη άμαξα της Άριλυν έφευγε από το Παλάτι του Ήλιου ακολουθούμενη από το κάρο που κουβαλούσε τα κιβώτια, το οποίο τώρα μετέφερε μόνο τις υπηρέτριες και τον αμαξά. Η Νεσούνε σχημάτισε με τα δάχτυλά της ένα τρίγωνο μέσα στην άμαξα και χτύπησε απαλά τα χείλη της. Τι συναρπαστικός νεαρός. Τι συναρπαστικό αντικείμενο μελέτης. Το πόδι της άγγιξε το κουτί δειγμάτων κάτω από τη θέση της· ποτέ δεν πήγαινε πουθενά χωρίς τα κατάλληλα κουτιά δειγμάτων. Θα πίστευε κανείς ότι ολόκληρος ο κόσμος είχε ήδη καταγραφεί σε καταλόγους εδώ και καιρό, όμως από τότε που είχε φύγει από την Ταρ Βάλον είχε συλλέξει πενήντα φυτά, διπλάσια έντομα, το δέρμα και τα κόκαλα μιας αλεπούς, τρία είδη κορυδαλλού και πέντε είδη σκίουρων, που ήταν σίγουρη πως δεν εμφανίζονταν στα αρχεία.

«Δεν ήξερα ότι είστε φίλες εσύ κι η Αλβιάριν», είπε η Κόιρεν μετά από ένα διάστημα.

Η Γκαλίνα ξεφύσηξε. «Δεν είναι ανάγκη να είσαι φίλη της για να ξέρεις ότι ήταν καλά όταν φύγαμε». Η Νεσούνε αναρωτήθηκε αν η Γκαλίνα ήξερε ότι είχε μουτρωμένη έκφραση. Μόνο στο σχήμα του στόματός της, ίσως, μα έπρεπε να ζήσεις με ό,τι πρόσωπο είχες. «Νομίζεις ότι ήξερε στ’ αλήθεια;» συνέχισε η Γκαλίνα. «Ότι... Είναι αδύνατο. Απλώς μάντευε, σίγουρα».