Σχεδόν τον είχε πιάσει φόβος να κοιμηθεί όταν έπεσε η νύχτα, φόβος μήπως ο Λουζ Θέριν έπαιρνε τα ηνία όσο ο Ραντ κοιμόταν, κι όταν πια κοιμήθηκε, τα ανήσυχα όνειρά του τον έκαναν να στριφογυρίζει και να μουρμουρίζει. Τον ξύπνησε η πρώτη ανταύγεια του φωτός από τα παράθυρα κι είδε ότι ήταν ξαπλωμένος σε ανακατωμένα, ιδρωμένα σεντόνια, με τα μάτια σαν να είχε μπει άμμος, με στόμα που είχε γεύση αλόγου που ήταν έξι μέρες νεκρό, με πόδια που πονούσαν. Σ’ όλα τα όνειρα που θυμόταν, έτρεχε να ξεφύγει από κάτι που δεν μπορούσε να δει. Κατέβηκε από το μεγάλο κρεβάτι με τους τέσσερις στύλους και πλύθηκε στον επίχρυσο νιπτήρα. Ο ουρανός έξω μόλις είχε φέξει γκρίζος κι ο γκαϊ’σάιν που θα έφερνε φρέσκο νερό δεν είχε φανεί ακόμα, αλλά ο Ραντ βολεύτηκε με εκείνο που είχε μείνει αποβραδίς.
Μόλις τελείωνε το ξύρισμα όταν κοντοστάθηκε, με το ξυράφι να αγγίζει το μάγουλό του, ατενίζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη στον τοίχο. Έτρεχε. Ήταν σίγουρος ότι σ’ εκείνα τα όνειρα έτρεχε να ξεφύγει από κάποιον Αποδιωγμένο, ή από τον Σκοτεινό, ή από την Τάρμον Γκάι’ντον, ή ίσως κι από τον Λουζ Θέριν. Είχε τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του· ο Αναγεννημένος Δράκοντας σίγουρα θα ονειρευόταν ότι τον καταδίωκε ο Σκοτεινός. Παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες του ότι ήταν ο Ραντ αλ’Θόρ, του φαινόταν ότι κι ο ίδιος το ξεχνούσε εύκολα σαν τους άλλους. Ο Ραντ αλ’Θόρ το έσκαγε από την Ηλαίην, από το φόβο του να αγαπήσει την Ηλαίην, όπως το είχε σκάσει από το φόβο του να αγαπήσει την Αβιέντα.
Ο καθρέφτης έγινε χίλια κομμάτια και τα θραύσματα έπεσαν στην πορσελάνινη γούρνα. Τα κομμάτια που έμειναν στην κορνίζα του έδειξαν ένα κατακερματισμένο είδωλο του εαυτού του.
Άφησε το σαϊντίν, σκούπισε προσεκτικά τα υπολείμματα της σαπουνάδας κι έκλεισε τη λάμα με προσοχή. Δεν θα έτρεχε άλλο πια. Θα έκανε ό,τι έπρεπε να κάνει, αλλά δεν θα έτρεχε πια.
Δύο Κόρες περίμεναν στο διάδρομο όταν βγήκε. Η Χάριλιν, μια κοκαλιάρα κοκκινομάλλα περίπου συνομήλική του, έφυγε τρέχοντας να φέρει τις άλλες όταν τον είδε να ξεπροβάλλει. Η Τσιάριντ, μια ξανθιά με γελαστά μάτια σε ηλικία που θα μπορούσε να ήταν μητέρα του, τον συνόδευσε σε διαδρόμους όπου ελάχιστοι υπηρέτες τριγυρνούσαν και ξαφνιάζονταν που τον έβλεπαν τόσο νωρίς. Συνήθως της Τσιάριντ της άρεσε να κάνει αστεία σε βάρος του όταν ήταν μόνοι τους —ο Ραντ μερικά τα καταλάβαινε· τον έβλεπε σαν μικρότερο αδελφό της και δεν ήθελε να πάρουν τα μυαλά του αέρα— αλλά αυτό το πρωί ένιωσε τη διάθεσή του και δεν έβγαλε άχνα. Έριξε μια αηδιασμένη ματιά στο σπαθί του, αλλά μόνο μία.
Η Ναντέρα κι οι άλλες τους πρόφτασαν στα μισά της διαδρομής για την αίθουσα του Ταξιδέματος, κι αντιλήφθηκαν κι αυτές τη σιωπή του. Το ίδιο κι οι Μαγενοί και τα Μαύρα Μάτια που φρουρούσαν την πόρτα με τα σκαλισμένα τετράγωνα. Ο Ραντ πίστεψε ότι θα κατάφερνε να φύγει από την Καιρχίν δίχως να μιλήσει κανείς, μέχρι τη στιγμή που μια νεαρή που φορούσε τα κοκκινογάλανα χρώματα των προσωπικών υπηρετών της Μπερελαίν χίμηξε μέσα κι έκλινε βαθιά το γόνυ καθώς ο Ραντ άνοιγε την πύλη.
«Το στέλνει η Πρώτη», είπε λαχανιασμένη, δίνοντάς του ένα γράμμα με μια μεγάλη πράσινη σφραγίδα. Προφανώς είχε κάνει τρέχοντας όλο το δρόμο προσπαθώντας να τον βρει. «Είναι από τους Θαλασσινούς, Άρχοντα Δράκοντα».
Ο Ραντ έχωσε το γράμμα στην τσέπη του σακακιού του και δρασκέλισε την πύλη, αγνοώντας τις ερωτήσεις της γυναίκας για το αν υπήρχε απάντηση. Σήμερα η σιωπή του ταίριαζε τέλεια. Διέτρεξε με τον αντίχειρά του το σμίλεμα στο Σκήπτρο του Δράκοντα. Θα γινόταν δυνατός, σκληρός, και θα εγκατέλειπε την αυτολύπηση.