Выбрать главу

Η σκοτεινή Μεγάλη Αίθουσα στο Κάεμλυν ξανάφερε την Αλάνα να φωλιάσει στο μυαλό του. Ακόμα είχε νύχτα εκεί, όμως η Αλάνα ήταν ξύπνια· το ήξερε με τη βεβαιότητα που ήξερε ότι έκλαιγε, με τη βεβαιότητα που ήξερε ότι τα δάκρυά της σταμάτησαν μερικές στιγμές μετά απ’ όταν έκλεισε την πύλη πίσω από την τελευταία Κόρη. Στο βάθος του μυαλού του υπήρχε ακόμα μια μικρή μπάλα από μπερδεμένα, δυσερμήνευτα συναισθήματα, όμως ήταν βέβαιος πως η Αλάνα ήξερε πως είχε επιστρέψει. Δίχως αμφιβολία, κι εκείνη κι ο δεσμός τους είχαν παίξει ρόλο σ’ αυτό το βιαστικό ταξίδι, όμως τώρα ο Ραντ αποδεχόταν το δεσμό, έστω κι αν δεν του άρεσε. Αυτό παραλίγο θα τον έκανε να γελάσει πνιχτά· ήταν κάτι που έπρεπε να αποδεχτεί, αφού δεν μπορούσε να το αλλάξει. Η Αλάνα του είχε δέσει ένα νήμα —μακάρι να μην ήταν κάτι παραπάνω από νήμα· ο Ραντ ευχόταν στο Φως να μην ήταν κάτι παραπάνω— και δεν του προκαλούσε πρόβλημα, εκτός αν την άφηνε να πλησιάσει τόσο κοντά ώστε να κάνει το νήμα λουρί. Μακάρι να ήταν εκεί ο Θομ Μέριλιν· ο Θομ μάλλον θα ήξερε τα πάντα περί Προμάχων και δεσμών· σε ξάφνιαζαν τα πράγματα που ήξερε. Τέλος πάντων, όταν έβρισκε την Ηλαίην, θα έβρισκε και τον Θομ. Ήταν απλό.

Το σαϊντίν σχημάτισε μια σφαίρα φωτός, με Φωτιά κι Αέρα, για να φωτίσει το δρόμο καθώς έβγαιναν από την αίθουσα του θρόνου. Οι πανάρχαιες βασίλισσες, που κρύβονταν στο σκοτάδι εκεί ψηλά, δεν τον ενόχλησαν καθόλου. Ήταν απλώς εικόνες σε χρωματιστό γυαλί.

Δεν μπορούσε να πει το ίδιο για την Αβιέντα. Έξω από τα διαμερίσματά του, η Ναντέρα άφησε να φύγουν όλες οι Κόρες εκτός από την Τζαλάνι, κι οι δυο τους μπήκαν μαζί του για να ερευνήσουν τα δωμάτια, ενώ ο Ραντ χρησιμοποίησε τη Δύναμη για να ανάψει τις λάμπες και πέταξε το Σκήπτρο του Δράκοντα σε ένα μικρό τραπεζάκι στολισμένο με ελεφαντόδοντο που ήταν πιο διακριτικά επιχρυσωμένο απ’ όσο θα συνέβαινε στο Παλάτι του Ήλιου. Όλα τα έπιπλα έτσι ήταν, περισσότερο σμιλεμένα παρά επιχρυσωμένα, συνήθως με λιοντάρια ή τριαντάφυλλα. Ένα μεγάλο κόκκινο χαλί σκέπαζε ολόκληρο το πάτωμα, με χρυσή κλωστή να διαγράφει περιγράμματα τριαντάφυλλων.

Δίχως το σαϊντίν μέσα του, μάλλον δεν θα είχε ακούσει τις Κόρες με τα μαλακά βήματα τους, αλλά πριν διασχίσουν τον προθάλαμο, η Αβιέντα βγήκε από το ήσυχο σκοτεινό υπνοδωμάτιο με τα μαλλιά ανακατωμένα κι έτοιμο το μαχαίρι. Κι ολόγυμνη. Βλέποντάς τον, στην αρχή πάγωσε και μετά ξαναγύρισε πίσω, σχεδόν τρέχοντας. Ένα φωτάκι φάνηκε πέρα από την πόρτα, μια λάμπα που άναβε. Η Ναντέρα γέλασε μαλακά και κοιτάχτηκε με τη Τζαλάνι σαν να έβρισκαν κάτι αστείο.

«Ποτέ δεν θα καταλάβω τους Αελίτες», μουρμούρισε ο Ραντ, διώχνοντας την Πηγή. Δεν ήταν το ότι οι Αελίτισσες έβρισκαν την κατάσταση αστεία· εδώ και καιρό σήκωνε τα χέρια ψηλά με το Αελίτικο χιούμορ. Ήταν η Αβιέντα. Μπορεί εκείνη να θεωρούσε ότι ήταν ξεκαρδιστικό να ξεντύνεται μπροστά του πριν πέσει για ύπνο, όμως αν αυτός έπιανε τυχαία μια ματιά του αστραγάλου της χωρίς να είναι δική της επιλογή, τότε γινόταν αγριεμένη γάτα. Κι από πάνω τον κατηγορούσε αυτόν.

Η Ναντέρα γέλασε πνιχτά. «Δεν είναι ότι δεν μπορείς να καταλάβεις τους Αελίτες, αλλά τις γυναίκες. Κανείς άνδρας ποτέ δεν έχει καταλάβει τις γυναίκες».

«Οι άνδρες, αντιθέτως», παρενέβη η Τζαλάνι, «είναι πολύ απλοί». Αυτός την κοίταξε, τα μαγουλάκια της που είχαν ακόμα το παιδικό πάχος, κι εκείνη κοκκίνισε ελαφρά. Η Ναντέρα ήταν έτοιμη να γελάσει τρανταχτά.

Θάνατος, ψιθύρισε ο Λουζ Θέριν.

Ο Ραντ ξέχασε ό,τι άλλο. Θάνατος; Τι εννοείς;

Έρχεται θάνατος.

Τι είδους θάνατος; ζήτησε να μάθει ο Ραντ. Τι λες τώρα;

Ποιος είσαι; Που είμαι;

Ο Ραντ ένιωσε σαν να είχε σφίξει το λαιμό του μια γροθιά. Ήταν από καιρό σίγουρος, αλλά... Ήταν η πρώτη φορά που του είχε πει κάτι ο Λουζ Θέριν, κάτι που ξεκάθαρα κι ολοφάνερα απευθυνόταν σ’ αυτόν. Είμαι ο Ραντ αλ’Θόρ. Είσαι μέσα στο μυαλό μου.

Μέσα...; Όχι! Είμαι ο εαυτός μου! Είμαι ο Λουζ Θέριν Τέλαμον! Είμαι εγώώώώώ! Η κραυγή έσβησε στο βάθος.

Γύρνα πίσω, φώναξε ο Ραντ. Ποιος θάνατος; Απάντησε μου, που να καείς! Σιωπή. Σάλεψε ανήσυχα. Ήταν άλλο πράγμα να το ξέρεις αλλά αυτό, ένας νεκρός άνθρωπος, μέσα του, που να μιλά για τον θάνατο, τον έκανε να νιώθει ρυπαρός, σαν αμυδρό άγγιγμα του μολύσματος του σαϊντίν.

Κάτι άγγιξε το μπράτσο του κι αυτός παραλίγο θα άδραχνε την Πηγή πριν συνειδητοποιήσει ότι ήταν η Αβιέντα. Πρέπει να είχε φορέσει τα ρούχα της με αστραπιαία ταχύτητα, όμως έμοιαζε σαν να είχε αφιερώσει μια ολόκληρη ώρα για να βάλει κάθε τρίχα της όπως την ήθελε. Ο κόσμος έλεγε ότι οι Αελίτες δεν έδειχναν συναισθήματα, όμως απλώς ήταν πιο συγκρατημένοι από τους άλλους. Το πρόσωπό τους έδειχνε ό,τι και το πρόσωπο κάθε άλλου, αν ήξερες τι να κοιτάξεις. Η Αβιέντα από τη μια ένιωθε έγνοια γι’ αυτόν κι από την άλλη ήθελε να θυμώσει.