«Είσαι καλά;» τον ρώτησε.
«Απλώς σκεφτόμουν», της είπε. Ήταν σχεδόν αλήθεια. Απάντησέ μου, Λουζ Θέριν! Γύρνα πίσω κι απάντησέ μου! Γιατί είχε σκεφτεί ότι η σιωπή ταίριαζε σ’ αυτό το πρωινό;
Δυστυχώς, η Αβιέντα πίστεψε τα λόγια του, κι, αφού δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας... Έβαλε τα χέρια στους γοφούς της. Ήταν το ένα πράγμα που καταλάβαινε ο Ραντ για τις γυναίκες, είτε Αελίτισσες, είτε Διποταμίτισσες, είτε ό,τι άλλο· οι γροθιές στους γοφούς σήμαιναν μπελάδες. Άδικα είχε ανάψει τις λάμπες· τα μάτια της αρκούσαν για να βάλουν φωτιά στο δωμάτιο. «Πάλι έφυγες χωρίς εμένα. Υποσχέθηκα στις Σοφές να μένω κοντά σου μέχρι που θα χρειαστεί να φύγω, αλλά εσύ πετάς την υπόσχεση μου στα σκουπίδια. Μου έχεις τοχ γι’ αυτό, Ραντ αλ’Θόρ. Ναντέρα, από δω και πέρα πρέπει να μου λένε πότε θα φεύγει και πότε όχι. Δεν πρέπει να του επιτραπεί να φύγει χωρίς εμένα, αφού πρέπει να τον συνοδεύω».
Η Ναντέρα δεν δίστασε στιγμή πριν απαντήσει. «Θα γίνει όπως το επιθυμείς, Αβιέντα».
Ο Ραντ γύρισε για να τις αντικρίσει και τις δύο. «Για περιμένετε μια στιγμή! Κανείς δεν θα πληροφορείται πότε έρχομαι και πότε φεύγω, αν δεν το πω εγώ».
«Έδωσα το λόγο μου, Ραντ αλ’Θόρ», είπε η Ναντέρα με ανέκφραστη φωνή. Τον κοίταξε κατάματα, χωρίς την παραμικρή πρόθεση να υποχωρήσει.
«Το ίδιο κι εγώ», είπε η Τζαλάνι, εξίσου ανέκφραστα.
Ο Ραντ άνοιξε το στόμα κι ύστερα το ξανάκλεισε. Το άτιμο το τζι’ε’τόχ. Άδικα θα θύμιζε ότι ήταν ο Καρ’α’κάρν, φυσικά. Η Αβιέντα έδειχνε κάπως ξαφνιασμένη που είχε τολμήσει καν να διαμαρτυρηθεί· γι’ αυτήν ήταν κάτι τετελεσμένο. Ο Ραντ σάλεψε τους ώμους του ανήσυχα, αν κι όχι εξαιτίας της Αβιέντα. Η ρυπαρή αίσθηση ήταν ακόμα εκεί, και πιο δυνατή. Ίσως να είχε ξαναγυρίσει ο Λουζ Θέριν. Ο Ραντ τον κάλεσε σιωπηλά, μα πάλι δεν πήρε απάντηση.
Ένα χτύπημα στην πόρτα ακολουθήθηκε σχεδόν αμέσως από την είσοδο της Κυράς Χάρφορ, η οποία έκανε τη συνηθισμένη βαθιά γονυκλισία της. Η Αρχικαμαριέρα φυσικά δεν έδειχνε καθόλου ότι ήταν ακόμα χαράματα· ό,τι ώρα της ημέρας κι αν ήταν, η Ρενέ Χάρφορ πάντα έδειχνε σαν να είχε μόλις ντυθεί. «Είχαμε αφίξεις στην πόλη, Άρχοντα Δράκοντα, για τις οποίες ο Άρχοντας Μπασίρε πιστεύει ότι πρέπει να μάθεις όσο το δυνατόν συντομότερα. Η Αρχόντισσα Ήμλυν κι ο Άρχοντας Κούλχαν μπήκαν χθες το μεσημέρι και μένουν στου Άρχοντα Πέλιβαρ. Η Αρχόντισσα Αραθέλε ήρθε μετά από μια ώρα, με μεγάλη ακολουθία. Ο Άρχοντας Μπαρέλ κι ο Άρχοντας Μακάραν, η Αρχόντισσα Σεργκέις κι η Αρχόντισσα Νεγκάρα μπήκαν χωριστά τη νύχτα, με μικρή ακολουθία ο καθένας τους. Κανείς ακόμα δεν ήρθε να υποβάλει τα σέβη του στο Παλάτι». Ξεστόμισε την τελευταία πρόταση με τον ίδιο τόνο, δίχως ίχνος της προσωπικής της γνώμης.
«Καλά νέα», της είπε, κι ήταν καλά τα νέα, είτε είχαν υποβάλει τα σέβη τους είτε όχι. Η Ήμλυν κι ο σύζυγός της ο Κούλχαν ήταν σχεδόν εξίσου ισχυροί με τον Πέλιβαρ· η Αραθέλε ήταν από τους πιο ισχυρούς με εξαίρεση την Ντυέλιν και τον Λούαν. Οι άλλοι ήταν από μικρότερους Οίκους, κι απ’ αυτούς μόνο ο Μπαρέλ ήταν Υψηλή Έδρα του Οίκου του, όμως οι ευγενείς που είχαν αντισταθεί στον «Γκάεμπριλ» είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται. Ή τουλάχιστον ήταν καλά νέα αν έβρισκε την Ηλαίην πριν αποφασίσουν να του πάρουν το Κάεμλυν.
Η Κυρά Χάρφορ τον κοίταξε για μια στιγμή και μετά του έδωσε ένα γράμμα με γαλάζια σφραγίδα. «Αυτό παραδόθηκε αργά χθες το βράδυ, Άρχοντα Δράκοντα. Από έναν ιπποκόμο. Έναν βρώμικο ιπποκόμο. Η Θαλασσινή Κυρά των Κυμάτων δεν έμεινε ευχαριστημένη όταν έφυγες τη στιγμή που εμφανιζόταν για να τη δεχθείς σε ακρόαση». Αυτή τη φορά η αποδοκιμασία στη φωνή της ήταν ολοφάνερη, μολονότι δεν ήταν φανερό αν στρεφόταν κατά της Κυράς των Κυμάτων, κατά του Ραντ που δεν είχε εμφανιστεί στη συνάντηση ή κατά του τρόπου που είχε παραδοθεί το γράμμα.
Ο Ραντ αναστέναξε· είχε ξεχάσει τους Θαλασσινούς που ήταν εδώ στο Κάεμλυν. Αυτό το θύμισε το γράμμα που του είχαν δώσει στην Καιρχίν, και το ξετρύπωσε. Τόσο το πράσινο βουλοκέρι όσο και γαλάζιο είχαν την ίδια σφραγίδα, αν και δεν καταλάβαινε τι απεικόνιζε. Δύο πράγματα σαν πλατιές γαβάθες με μια χοντρή περίτεχνη γραμμή που πήγαινε από τη μια στην άλλη. Κάθε γράμμα απευθυνόταν στον «Κοραμούρ», όποιος κι αν ήταν αυτός. Σκέφτηκε πως πρέπει να ήταν ο ίδιος. Ίσως έτσι αποκαλούσαν οι Θαλασσινοί τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Έσπασε πρώτα το γαλάζιο βουλοκέρι. Δεν υπήρχε προσφώνηση και σίγουρα ήταν εντελώς διαφορετικό από κάθε άλλο γράμμα που είχε δει να απευθύνεται στον Αναγεννημένο Δράκοντα.