Выбрать главу

Φωτός θέλοντος, ίσως επιστρέψεις κάποτε στο Κάεμλυν. Εφόσον έκανα μεγάλο ταξίδι για να σε δω, ίσως βρω χρόνο όταν βρεις κι εσύ.

Ζάιντα ντιν Παρέντε Μαύρο Φτερό
της Φατρίας Κατέλαρ, Κυρά των Κυμάτων

Απ’ ό,τι φαινόταν, η Κυρά Χάρφορ είχε δίκιο· η Κυρά των Κυμάτων δεν ήταν διόλου ευχαριστημένη. Το πράσινο βουλοκέρι δεν έκρυβε κάτι καλύτερο.

Με τις ευλογίες του Φωτός, θα σε δεχθώ στο κατάστρωμα του Αφρισμένου Κύματος όσο πιο σύντομα μπορείς.

Χαρίνε ντιν Τογκάρα Δύο Άνεμοι
της Φατρίας Σοντάιν, Κυρά των Κυμάτων

«Είναι άσχημα νέα;» ρώτησε η Αβιέντα.

«Δεν ξέρω». Καθώς κοίταζε συνοφρυωμένος τις επιστολές, μόλις που αντιλήφθηκε την Κυρά Χάρφορ να αφήνει να μπει μέσα μια γυναίκα που φορούσε την ερυθρόλευκη ενδυμασία και να ανταλλάσσει μερικές χαμηλόφωνες κουβέντες μαζί της. Καμία απ’ αυτές τις δύο Θαλασσινές δεν έδειχναν να είναι ευχάριστη παρέα. Είχε διαβάσει κάθε μετάφραση των Προφητειών του Δράκοντα που μπορούσε να βρει, και παρ’ όλο που ακόμα κι οι πιο ξεκάθαρες ήταν συχνά δυσνόητες, δεν θυμόταν τίποτα που να αφορά στους Άθα’αν Μιέρε. Ίσως στα πλοία τους, εκεί στο πέλαγος, και στα μακρινά νησιά τους να ήταν ο ένας λαός που θα έμενε ανέγγιχτος από τον ίδιο κι από την Τάρμον Γκάι’ντον. Όφειλε μια συγγνώμη στη Ζάιντα, αλλά ίσως μπορούσε να τη φορτώσει στον Μπασίρε· ο Μπασίρε είχε αρκετούς τίτλους για να κολακεύσει κάθε ματαιοδοξία. «Δεν το νομίζω».

Η υπηρέτρια γονάτισε μπροστά του, με το ασπρομάλλικο κεφάλι της σκυμμένο χαμηλά και τα χέρια σηκωμένα ψηλά για να του προσφέρει άλλο ένα γράμμα, σε χοντρή περγαμηνή αυτή τη φορά. Η στάση της τον έκανε να ανοιγοκλείσει τα μάτια· ούτε ακόμα και στο Δάκρυ δεν είχε δει υπηρέτη να τρέμει τόσο, πόσο μάλλον στο Άντορ. Η Κυρά Χάρφορ είχε σμίξει τα φρύδια και κουνούσε το κεφάλι. Η γονατισμένη γυναίκα μίλησε, με το πρόσωπο ακόμα στραμμένο προς τα κάτω. «Αυτό ήρθε για τον Άρχοντα Δράκοντα».

«Σούλιν;» είπε αυτός με κομμένη την ανάσα. «Τι κάνεις; Τι κάνεις φορώντας αυτό το... φόρεμα;»

Η Σούλιν σήκωσε το πρόσωπο· είχε μια φρικτή όψη, σαν λύκαινα που έβαζε τα δυνατά του να πείσει ότι ήταν ελαφίνα. «Αυτό φορούν οι γυναίκες που υπηρετούν κι υπακούουν σ’ ό,τι τις προστάξουν με αντάλλαγμα το χρήμα». Κούνησε το γράμμα που κρατούσε ακόμα στα υψωμένα χέρια της. «Με πρόσταξαν να πω ότι μόλις ήρθε αυτό, Άρχοντα Δράκοντα, από έναν... έναν καβαλάρη που έφυγε αμέσως μόλις το παρέδωσε». Η Αρχικαμαριέρα πλατάγισε τη γλώσσα της ενοχλημένη.

«Θέλω μια καθαρή απάντηση», είπε αυτός, αρπάζοντας τη σφραγισμένη περγαμηνή. Εκείνη πετάχτηκε όρθια μόλις το γράμμα έφυγε από τα χέρια της. «Γύρνα εδώ, Σούλιν. Σούλιν, θέλω μια απάντηση!» Μα εκείνη έτρεξε γοργά, όσο και τότε που φορούσε το καντιν’σόρ, κατευθείαν στις πόρτες, και βγήκε έξω.

Για κάποιο λόγο, η Κυρά Χάρφορ κοίταξε τη Ναντέρα. «Σου είπα ότι είναι άδικος κόπος. Και σας είπα και τις δύο ότι όσο φορά τη λιβρέα του Παλατιού, περιμένω να τιμά το Παλάτι, είτε είναι Αελίτισσα, είτε είναι η Βασίλισσα της Σαλδαίας». Κλίνοντας το γόνυ, πέταξε ένα βιαστικό «Άρχοντα Δράκοντα» στον Ραντ και βγήκε έξω μονολογώντας για τους τρελούς Αελίτες.

Ο Ραντ σχεδόν συμφωνούσε μαζί της. Κοίταξε από τη Ναντέρα στην Αβιέντα και την Τζαλάνι. Δεν έδειχναν την παραμικρή έκπληξη. Καμία δεν έδειχνε σαν να είχε δει κάτι πέρα των συνηθισμένων. «Θα μου πείτε επιτέλους τι στο Φως συμβαίνει; Ήταν η Σούλιν αυτή!»

«Πρώτα», είπε η Ναντέρα, «η Σούλιν κι εγώ πήγαμε στα μαγειρεία. Νόμιζε ότι το να πλένει κατσαρόλες και τα σχετικά θα ήταν κάτι κατάλληλο. Όμως ένας εκεί είπε ότι είχε όσες λαντζέρισσες χρειαζόταν· έδειχνε να πιστεύει ότι η Σούλιν πάντα θα έμπλεκε σε καυγάδες με τις άλλες. Δεν ήταν πολύ ψηλός» —έδειξε λίγο πιο κάτω από το σαγόνι του Ραντ— «αλλά ήταν φαρδύς και νομίζω ότι θα προθυμοποιούταν να χορέψει τις λόγχες μαζί μας αν δεν φεύγαμε. Ύστερα πήγαμε σ’ αυτή τη γυναίκα, τη Ρενέ Χάρφορ, αφού μοιάζει να είναι η στεγοκυρά εδώ». Έκανε μια μικρή γκριμάτσα· ή ήσουν στεγοκυρά ή δεν ήσουν — ο τρόπος σκέψης των Αελιτών δεν είχε περιθώρια για μια Αρχικαμαριέρα. «Στην αρχή δεν κατάλαβε, αλλά στο τέλος συμφώνησε. Αναρωτήθηκα αν η Σούλιν θα άλλαζε γνώμη όταν καταλάβαινε ότι η Ρενέ Χάρφορ ήθελε να της βάλει φόρεμα, αλλά φυσικά δεν άλλαξε γνώμη. Η Σούλιν έχει περισσότερο κουράγιο από μένα. Θα προτιμούσα να με έκανε γκαϊ’σάιν ένας καινούριος Σέια Ντουν».

«Εγώ», είπε πεισματικά η Τζαλάνι, «θα προτιμούσα να με δέρνει ο πρωταδελφός του χειρότερου εχθρού μου μπροστά στη μητέρα μου κάθε μέρα για ένα χρόνο».