Τα μάτια της Ναντέρα μισόκλεισαν με αποδοκιμασία και τα δάχτυλά της συσπάστηκαν, όμως αντί για χειρομιλία, είπε εσκεμμένα, «Κομπάζεις σαν Σάιντο, κοριτσάκι». Αν η Τζαλάνι ήταν μεγαλύτερη, οι τρεις υπολογισμένες προσβολές θα κατέληγαν σε καυγά, όμως αυτή αντίθετα έκλεισε τα μάτια για να κρύψει το θέαμα από όσους είχαν ακούσει τη ντροπή της.
Ο Ραντ έτριψε με τα δάχτυλα το κεφάλι του. «Η Ρενέ δεν καταλαβαίνει; Εγώ δεν καταλαβαίνω, Ναντέρα. Γιατί το κάνει αυτό; Εγκατέλειψε τη λόγχη; Αν παντρεύτηκε Αντορινό» —ειχαν συμβεί και πιο παράξενα πράγματα γύρω του— “θα της δώσω αρκετό χρυσάφι για να αγοράσουν αγρόκτημα ή ό,τι άλλο θέλουν. Δεν χρειάζεται να γίνει υπηρέτρια”. Η Τζαλάνι άνοιξε διάπλατα τα μάτια, κι οι τρεις γυναίκες τον κοίταξαν σαν να ήταν αυτός ο τρελός.
«Η Σούλιν ξεπληρώνει το τοχ της, Ραντ αλ’Θόρ», είπε σταθερά η Αβιέντα· στεκόταν με το κορμί στητό και του ανταπέδιδε το βλέμμα, μιμούμενη πολύ καλά την Άμυς. Μόνο που κάθε μέρα μιμούνταν λιγότερο κι έδειχνε τον εαυτό της περισσότερο. «Δεν σε αφορά».
Η Τζαλάνι ένευσε, ολοφάνερα συμφωνώντας. Η Ναντέρα απλώς στεκόταν και κοίταζε ανέμελα την αιχμή μιας λόγχης.
«Η Σούλιν με αφορά», τους είπε αυτός. «Αν της συμβεί κάτι—» Ξαφνικά θυμήθηκε τη στιχομυθία που είχε ακούσει κατά λάθος πριν πάνε στη Σαντάρ Λογκόθ. Η Ναντέρα είχε κατηγορήσει τη Σούλιν ότι μιλούσε στους γκαϊ’σάιν σαν να ήταν Φαρ Ντάραϊς Μάι, κι η Σούλιν το είχε παραδεχτεί κι είχε πει ότι θα το φρόντιζαν αργότερα. Ο Ραντ δεν είχε δει τη Σούλιν μετά την επιστροφή από τη Σαντάρ Λογκόθ, όμως είχε υποθέσει ότι ήταν θυμωμένη μαζί του κι απλώς άφηνε σε άλλους το έργο της φρούρησής του. Έπρεπε να το είχε καταλάβει. Όταν ήσουν καιρό κοντά σε Αελίτες, μάθαινες κάποια πράγματα για το τζι’ε’τόχ τους, κι οι Κόρες ήταν πιο εύθικτες απ’ όλους, εκτός ίσως από τα Σκυλιά της Πέτρας και τα Μαύρα Μάτια. Και μετά ήταν η Αβιέντα με τις απόπειρές της να τον κάνει Αελίτη.
Η κατάσταση ήταν απλή ή τουλάχιστον όσο απλό ήταν ποτέ ό,τι είχε να κάνει με το τζι’ε’τόχ. Αν δεν ήταν τόσο μπερδεμένος με τα δικά του, θα το είχε καταλάβει ευθύς εξαρχής. Μπορούσες να υπενθυμίζεις ακόμα και σε μια στεγοκυρά ποια ήταν κάθε μέρα που φορούσε το λευκό των γκαϊ’σάιν —αυτό προκαλούσε μεγάλη ντροπή, αλλά επιτρεπόταν, μερικές φορές μάλιστα ενθαρρυνόταν— όμως για τα μέλη των εννιά από τις δεκατρείς κοινωνίες, αυτή η υπενθύμιση προκαλούσε μεγάλη ατίμωση, με εξαίρεση ελάχιστες περιστάσεις τις οποίες ο Ραντ δεν θυμόταν. Οι Φαρ Ντάραϊς Μάι ήταν σίγουρα μια από τις εννιά. Ήταν ένας από τους λίγους τρόπους με τους οποίους μπορούσες να αποκτήσεις τοχ προς έναν γκαϊ’σάιν, αλλά αυτό θεωρούνταν η δυσκολότερη υποχρέωση για να την ξεπληρώσεις. Κατά τα φαινόμενα, η Σούλιν είχε αποφασίσει να το αντιμετωπίσει με το να δεχθεί μια μεγαλύτερη ντροπή, για τα μάτια των Αελιτών, από εκείνη που είχε προκαλέσει. Ήταν δικό της το τοχ, έτσι ήταν δική της η επιλογή για να το αντιμετωπίσει, δική της η επιλογή για το πόσο διάστημα θα συνέχιζε να κάνει κάτι που απεχθανόταν. Ποιος ήξερε καλύτερα από την ίδια πόσο άξιζε η τιμή της και πόσο βαθιά ήταν η υποχρέωσή της; Έστω κι έτσι, όμως, η Σούλιν είχε κάνει αρχικά εκείνο το πράγμα, επειδή ο Ραντ δεν της είχε δώσει αρκετό χρόνο. «Είναι δικό μου το σφάλμα», είπε.
Είχε πει το λάθος πράγμα. Η Τζαλάνι τον κοίταξε έκπληκτη. Η Αβιέντα κοκκίνισε από ντροπή· συνεχώς του έλεγε ότι στο τζι’ε’τόχ δεν έστεκαν δικαιολογίες. Αν για να σώσεις το παιδί σου αποκτούσες υποχρέωση σε ένα θανάσιμο εχθρό σου, απλώς πλήρωνες το τίμημα δίχως παζάρια.
Τη ματιά που έριξε η Ναντέρα στην Αβιέντα μόνο υποτιμητική θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς, αν όχι κάτι χειρότερο. «Αν έπαυες να ονειροπολείς για τα φρύδια του, θα τον δίδασκες καλύτερα».
Το πρόσωπο της Αβιέντα σκοτείνιασε από αγανάκτηση, αλλά η Ναντέρα μίλησε με χειρομιλία στη Τζαλάνι, κάτι που έκανε τη Τζαλάνι να γείρει το κεφάλι πίσω και να γελάσει, κι έκανε το βαθυπόρφυρο χρώμα στα μάγουλα της Αβιέντα να ξανοίξει και να δείξει απλώς αμηχανία. Ο Ραντ σχεδόν περίμενε να ακούσει πρόσκληση σε χορό με λόγχες. Ή μάλλον, όχι ακριβώς έτσι· η Αβιέντα του είχε μάθει ότι ούτε οι Σοφές, ούτε οι μαθητευόμενες έκαναν αυτό το πράγμα. Αλλά ο Ραντ δεν θα ξαφνιαζόταν αν η Αβιέντα έστριβε το αυτί της Ναντέρα.
Μίλησε γρήγορα, για να προλάβει κάτι τέτοιο. «Εφόσον προκάλεσα εγώ την πράξη της Σούλιν, δεν έχω τοχ απέναντι της;»