Προφανώς, μπορούσε να γελοιοποιηθεί ακόμα περισσότερο. Το πρόσωπο της Αβιέντα με κάποιον τρόπο έγινε ακόμα πιο κόκκινο απ’ όσο πριν, κι η Τζαλάνι ξαφνικά κοίταξε με ενδιαφέρον το χαλί κάτω από τα πόδια της. Ακόμα κι η Ναντέρα έδειξε ενόχληση για την άγνοιά του. Μπορούσαν να σου πουν ότι είχες τοχ, αν κι αυτό ήταν προσβλητικό, μπορούσαν να σου το θυμίσουν, αλλά το να ρωτάς σήμαινε ότι δεν ήξερες. Πάντως ο ίδιος ήξερε ότι είχε τοχ. Μπορούσε να αρχίσει διατάζοντας τη Σούλιν να αφήσει εκείνη τη γελοία δουλειά ως υπηρέτρια, να την αφήσει να ξαναβάλει το καντιν’σόρ, και... Και να την εμποδίσει έτσι να ξεπληρώσει το τοχ της. Ό,τι κι αν έκανε για να της ελαφρύνει το φορτίο, θα σπίλωνε την τιμή της. Δικό της το τοχ, δική της η εκλογή. Κάτι έδειχνε αυτό, αλλά δεν ήξερε τι ήταν. Ίσως μπορούσε να ρωτήσει την Αβιέντα. Αργότερα, όταν δεν θα πέθαινε από τη ντροπή της. Τα πρόσωπα των τριών γυναικών έδειχναν καθαρά ότι την είχε ντροπιάσει αρκετά προς το παρόν. Μα το Φως, τι μπλέξιμο ήταν αυτό.
Ενώ αναρωτιόταν πώς θα έβρισκε διέξοδο, κατάλαβε ότι ακόμα είχε στο χέρι το γράμμα που του είχε φέρει η Σούλιν. Το έχωσε στην τσέπη κι έλυσε τη ζώνη του σπαθιού για να την αφήσει πλάι στο Σκήπτρο του Δράκοντα, κι ύστερα ξανάπιασε την περγαμηνή. Ποιος θα του έστελνε μήνυμα με καβαλάρη ο οποίος δεν είχε σταθεί ούτε και να προγευματίσει; Απ’ έξω δεν υπήρχε τίποτα, κανένα όνομα· μόνο ο εξαφανισμένος πια αγγελιοφόρος θα μπορούσε να πει σε ποιον απευθυνόταν. Δεν αναγνώρισε ούτε κι αυτή τη σφραγίδα, που έδειχνε κάποιο λουλούδι σε πορφυρό βουλοκέρι, όμως η περγαμηνή ήταν βαριά, από τις πιο ακριβές. Το περιεχόμενο της, γραμμένο με ντελικάτο χέρι, τον έκανε να χαμογελάσει.
Εξάδελφε,
Οι καιροί είναι δύσκολοι, μα ένιωσα ότι πρέπει να σου γράψω για να σε διαβεβαιώσω για την καλή προαίρεση μου, και για να εκφράσω τις ελπίδες μου ό,τι τρέφεις κι εσύ τα ίδια συναισθήματα με τη σειρά σου. Μην φοβάσαι· σε ξέρω και σε αναγνωρίζω, αλλά υπάρχουν κάποιοι που δεν θα έβλεπαν ευνοϊκά όποιον ήθελε να σε πλησιάσει χωρίς τη δική τους μεσολάβηση. Δεν ζητώ τίποτα παρά μόνο να κλείσεις τις εκμυστηρεύσεις μου στις φωτιές της καρδιάς σου.
«Γιατί χαμογελάς;» ρώτησε η Αβιέντα, κοιτώντας το γράμμα όλο περιέργεια. Το στόμα της ακόμα είχε μια υποψία θυμού εξαιτίας αυτού που την είχε κάνει να περάσει.
«Απλώς είναι ευχάριστο να μαθαίνω νέα από κάποια που είναι απλή στους τρόπους της», της είπε. Το Παιχνίδι των Οίκων ήταν απλό σε σύγκριση με το τζι’ε’τόχ. Το απόσπασμα του ονόματος έφτανε για να του δείξει ποια το είχε στείλει, αλλά αν η περγαμηνή έπεφτε σε λάθος χέρια, θα έμοιαζε με σημείωμα που απευθυνόταν σε φίλο, ή ίσως με θερμή απάντηση σε κάποιον ικέτη. Η Αλιάντρε Μαρίθα Κιγκάριν, Ευλογημένη του Φωτός, Βασίλισσα της Γκεάλνταν, αποκλείεται να υπέγραφε μια επιστολή με τόση οικειότητα προς κάποιον που δεν είχε συναντήσει ποτέ, πόσο μάλλον αν αυτός ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Ήταν φανερό ότι ανησυχούσε για τους Λευκομανδίτες στην Αμαδισία, και για τον Προφήτη, τον Μασέμα. Ο Ραντ θα έπρεπε να κάνει κάτι για τον Μασέμα. Η Αλιάντρε ήταν επιφυλακτική και δεν ρίσκαρε να αποτυπώσει στο χαρτί περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Επίσης του υπενθύμιζε να κάψει αυτό το γράμμα. Οι φωτιές της καρδιάς του. Πάντως, ήταν η πρώτη φορά που ένας μονάρχης τον είχε προσεγγίσει δίχως να έχει ο Ραντ το σπαθί στο λαιμό της χώρας του. Αν μόνο κατόρθωνε να βρει την Ηλαίην και να της δώσει το Άντορ πριν αρχίσει κι άλλη μάχη εκεί...
Η πόρτα άνοιξε μαλακά κι ο Ραντ σήκωσε το βλέμμα, μα δεν είδε τίποτα και ξανακοίταξε το γράμμα, ενώ αναρωτιόταν αν είχε ξεψαχνίσει τα νοήματα του. Διαβάζοντας, έτριψε τη μύτη του. Ο Λουζ Θέριν κι οι κουβέντες του περί θανάτου. Ο Ραντ δεν μπορούσε να γλιτώσει από κείνη την αίσθηση της δυσωδίας.
«Η Τζαλάνι κι εγώ θα πάρουμε θέσεις έξω», είπε η Ναντέρα.
Αυτός ένευσε αφηρημένα καθώς ήταν σκυμμένος πάνω από το γράμμα. Ο Θομ με την πρώτη ματιά σίγουρα θα είχε βρει έξι πράγματα που αυτού του είχαν ξεφύγει.
Η Αβιέντα ακούμπησε το μπράτσο του κι ύστερα τράβηξε απότομα το χέρι της. «Ραντ αλ’Θόρ, πρέπει να σου μιλήσω σοβαρά».
Ξαφνικά όλα συνδέθηκαν στο μυαλό του. Η πόρτα είχε ανοίξει. Μύριζε δυσωδία, δεν την αισθανόταν μόνο, όμως δεν ήταν ακριβώς μυρωδιά. Έριξε κάτω το γράμμα, έσπρωξε την Αβιέντα μακριά του με τόση δύναμη που αυτή άφησε μια έκπληκτη τσιρίδα —αλλά ήταν μακριά του· μακριά από τον κίνδυνο· όλα έμοιαζαν να κυλούν αργά— κι άδραξε το σαϊντίν ενώ στριφογυρνούσε.
Η Ναντέρα κι η Τζαλάνι μόλις γυρνούσαν για να δουν τι είχε κάνει την Αβιέντα να κραυγάσει. Ο Ραντ κοίταξε προσεκτικά κι είδε τον ψηλό άνδρα με το γκρίζο σακάκι τον οποίο οι Κόρες δεν έβλεπαν καθόλου καθώς τις προσπερνούσε ήρεμα, με τα μαύρα, νεκρά μάτια του στυλωμένα στον Ραντ. Ακόμα και τώρα που συγκεντρωνόταν, ο Ραντ ένιωθε ότι το βλέμμα του ήθελε να γλιστρήσει πέρα από τον Φαιό. Αυτό ακριβώς ήταν· ένας από τους Ασασίνους της Σκιάς. Καθώς το γράμμα έφτανε στο πάτωμα, ο Φαιός κατάλαβε ότι ο Ραντ τον είχε δει. Η κραυγή της Αβιέντα ακόμα αντηχούσε στον αέρα και το σώμα της έκανε ένα μικρό αναπήδημα από το πάτωμα όπου είχε πέσει απότομα· ένα μαχαίρι φάνηκε στο χέρι του Φαιού, κρατημένο χαμηλά, κι ο ασασίνος χίμηξε. Ο Ραντ τον τύλιξε σε βρόχια Αέρα σχεδόν με περιφρόνηση. Και μια δέσμη φωτιάς, χοντρή σαν ανθρώπινος καρπός, πέρασε αστράφτοντας πάνω από τον ώμο του και καίγοντας άνοιξε μια τρύπα στο στήθος του Φαιού, τόσο μεγάλη που χωρούσε γροθιά. Ο ασασίνος πέθανε χωρίς να σπαρταρήσει καν· το κεφάλι του έγειρε με τα μάτια του, που δεν ήταν περισσότερο νεκρά απ’ όσο πριν, να κοιτάνε τον Ραντ.