Έτσι νεκρός, ό,τι κι αν είχαν κάνει στον Φαιό για να είναι δύσκολο να τον δεις, δεν διατηρούνταν πια. Νεκρός, ήταν ξαφνικά ορατός σαν τους άλλους. Η Αβιέντα, που σηκωνόταν από το πάτωμα, άφησε μια έκπληκτη κραυγούλα κι ο Ραντ ένιωσε το ανατρίχιασμα που του έλεγε ότι είχε αγκαλιάσει το σαϊντάρ. Το χέρι της Ναντέρα τινάχτηκε προς το πέπλο της ενώ το στόμα της έκλεινε στα μισά ενός επιφωνήματος, κι η Τζαλάνι μισοσήκωσε το δικό της.
Ο Ραντ άφησε το πτώμα να πέσει, όμως κράτησε το σαϊντίν καθώς στρεφόταν για να αντιμετωπίσει τον Τάιμ, που στεκόταν στην είσοδο της κρεβατοκάμαράς του. «Γιατί τον σκότωσες;» Μόνο ένα μέρος της κρύας σκληράδας στη φωνή του οφειλόταν στο Κενό. «Τον είχα αιχμάλωτο· μπορεί να μου έλεγε κάτι, ίσως ακόμα και ποιος τον έστειλε. Τι γυρεύεις τέλος πάντων εδώ και τρύπωσες στην κρεβατοκάμαρα μου;»
Ο Τάιμ προχώρησε στο δωμάτιο, με απόλυτη άνεση, φορώντας μαύρο σακάκι με χρυσογάλανους δράκους πλεγμένους ολόγυρα στα μανίκια. Η Αβιέντα σηκώθηκε όρθια και παρά το σαϊντάρ, τα μάτια της έλεγαν ότι ήταν εξίσου έτοιμη να επιτεθεί στον Τάιμ με το μαχαίρι που είχε τραβήξει από τη ζώνη της όσο και να το θηκαρώσει ξανά. Η Ναντέρα κι η Τζαλάνι είχαν φορέσει τα πέπλα και στέκονταν έτοιμες με τις λόγχες προτεταμένες. Ο Τάιμ τις αγνόησε· ο Ραντ τον ένιωσε να αφήνει τη Δύναμη. Ο Τάιμ δεν έμοιαζε να ανησυχεί που ο Ραντ ήταν ακόμα γεμάτος σαϊντίν. Εκείνο το παράξενο μισάνοιγμα του στόματος που το περνούσες σχεδόν για χαμόγελο στράβωσε τα χείλη του καθώς κοίταζε τον σκοτωμένο Φαιό.
«Τι απαίσιοι που είναι αυτοί οι Άψυχοι». Κάθε άλλος στη θέση του θα ανατρίχιαζε· ο Τάιμ, όχι. «Ήρθα στο μπαλκόνι σου με πύλη, επειδή φαντάστηκα ότι θα ήθελες να ακούσεις αμέσως το νέο».
«Κάποιος που μαθαίνει υπερβολικά γρήγορα;» παρενέβη ο Ραντ κι ο Τάιμ του άστραψε πάλι εκείνο το σχεδόν χαμόγελο.
«Όχι, δεν είναι κανένας μασκαρεμένος Αποδιωγμένος, εκτός αν κατάφερε να μεταμφιεστεί σε αγοράκι είκοσι χρονών το πολύ. Το όνομά του είναι Τζάχαρ Ναρίσμα κι έχει τη σπίθα, αν κι ακόμα δεν έχει εμφανιστεί. Οι άνδρες συνήθως το δείχνουν πιο αργά απ’ ό,τι οι γυναίκες. Θα ’πρεπε να επιστρέψεις στη σχολή· θα σε ξαφνιάσουν οι αλλαγές».
Ο Ραντ δεν αμφέβαλλε γι’ αυτό. Το όνομα Τζάχαρ Ναρίσμα δεν ήταν Αντορινό· το Ταξίδεμα, απ’ όσο ήξερε, δεν είχε όρια, όμως φαινόταν ότι η επιχείρηση στρατολόγησης που έκανε ο Τάιμ είχε απλωθεί πολύ. Δεν είπε τίποτα, απλώς έμεινε να κοιτάζει το πτώμα στο πάτωμα.
Ο Τάιμ έκανε μια γκριμάτσα αλλά δεν ήταν θορυβημένος, απλώς ενοχλημένος. «Πίστεψέ με, εύχομαι όσο κι εσύ να ήταν ζωντανός. Τον είδα κι έδρασα χωρίς να σκεφτώ· το τελευταίο που θέλω είναι να σε δω νεκρό. Τον άρπαξες τη στιγμή που διαβίβαζα, μα ήταν αργά για να σταματήσω».
Πρέπει να τον σκοτώσω, μουρμούρισε ο Λουζ Θέριν, κι η Δύναμη πλημμύρισε τον Ραντ. Παγωμένος, πάλεψε να διώξει το σαϊντίν, κι ο κόπος ήταν μεγάλος. Ο Λουζ Θέριν προσπαθούσε να κρατηθεί, προσπαθούσε να διαβιβάσει. Στο τέλος, αργά, η Μία Δύναμη αποτραβήχτηκε σαν νερό που έσταζε από την τρύπα του κουβά.
Γιατί; ζήτησε να μάθει. Γιατί θέλεις να τον σκοτώσεις; Δεν ακούστηκε απάντηση, μόνο ένα γέλιο τρελό κι ένα κλάμα στο βάθος.
Η Αβιέντα τον κοίταζε με μια έκφραση όλο έγνοια. Είχε κρύψει το μαχαίρι της, αλλά το γαργαλητό στο δέρμα του του έδειχνε ότι ακόμα αγκάλιαζε το σαϊντάρ. Οι δύο Κόρες είχαν κατεβάσει τα πέπλα, τώρα που φαινόταν ότι η εμφάνιση του Τάιμ δεν σήμαινε επίθεση· κατάφερναν να έχουν το ένα μάτι στον Τάιμ, το άλλο στο υπόλοιπο δωμάτιο, και ταυτοχρόνως να ανταλλάσσουν για κάποιο λόγο ματιές όλο αμηχανία.