«Άντε να φυλάξετε τώρα, αλλιώς θα πιστέψω ότι εσύ είσαι εκείνη που θέλει να κοιτάζει τα φρύδια μου». Αυτό είχε πει η Ναντέρα. Η Αβιέντα ήταν μαγεμένη από τα φρύδια του; «Εμπρός. Και βρείτε κάποιον να πάρει από δω αυτόν τον κύριο». Εκείνες έφυγαν, όλο χαμόγελα και γοργή χειρομιλία, κι αυτός σηκώθηκε κι έπιασε την Αβιέντα από το μπράτσο. «Είπες ότι πρέπει να μιλήσουμε. Έλα στην κρεβατοκάμαρά μου μέχρι να καθαρίσουν αυτό το δωμάτιο». Αν υπήρχε λεκές, ίσως τον έβγαζε με τη διαβίβαση.
Η Αβιέντα τινάχτηκε και τράβηξε το χέρι της. «Όχι! Όχι εκεί!» Πήρε μια βαθιά ανάσα, μίλησε με πιο ήπιο τόνο, όμως και πάλι έδειχνε γεμάτη υποψίες κι αρκετό θυμό. «Γιατί να μην μιλήσουμε εδώ;» Δεν υπήρχε λόγος, εκτός από το πτώμα στο πάτωμα, όμως γι’ αυτήν κάτι τέτοιο δεν είχε σημασία. Τον έσπρωξε σχεδόν βίαια στην καρέκλα του, κι ύστερα τον περιεργάστηκε και πήρε μια ανάσα πριν του μιλήσει.
«Το τζι’ε’τόχ είναι ο πυρήνας των Αελιτών. Είμαστε το τζι’ε’τόχ. Σήμερα το πρωί, με καταντρόπιασες». Σταύρωσε τα χέρια κάτω από το στήθος της και κοιτώντας τον κατάματα, τον έπιασε στο κήρυγμα για την άγνοιά του και για το πόσο σημαντικό ήταν να την κρύβει μέχρι που η Αβιέντα θα μπορούσε να του τη θεραπεύσει, κι ύστερα πέρασε στο γεγονός ότι το τοχ έπρεπε να ξεπληρωθεί πάση θυσία. Μίλησε αρκετή ώρα γι’ αυτό.
Ο Ραντ ήταν σίγουρος ότι δεν εννοούσε αυτό η Αβιέντα όταν του είχε πει ότι έπρεπε να του μιλήσει, όμως χαιρόταν τόσο πολύ να κοιτάζει τα μάτια της, που δεν αναρωτήθηκε. Το χαιρόταν. Λίγο λίγο, κυνήγησε την απόλαυση που του έδιναν τα μάτια της και τη σύντριψε ώσπου έμεινε μόνο ένας αμελητέος πόνος.
Του φάνηκε ότι το είχε κρύψει καλά, όμως πρέπει να είχε αλλάξει η έκφραση του προσώπου του. Η Αβιέντα σιγά-σιγά σταμάτησε να μιλά και στάθηκε κοιτάζοντάς τον, βαριανασαίνοντας. Με αρκετό κόπο, αποτράβηξε το βλέμμα της. «Τουλάχιστον τώρα καταλαβαίνεις», του είπε χαμηλόφωνα. «Πρέπει... είναι ανάγκη να... Αρκεί να το καταλαβαίνεις». Μάζεψε τα φουστάνια της, διέσχισε το δωμάτιο —θαρρείς και το πτώμα ήταν ένας θάμνος που τον είχε προσπεράσει— και βγήκε έξω.
Αφήνοντάς τον σε ένα δωμάτιο που για κάποιο λόγο ήταν πιο σκοτεινό, μονάχο του μ’ έναν πεθαμένο. Ήταν ό,τι πιο κατάλληλο. Όταν ήρθαν οι γκαϊ’σάιν για να πάρουν τον Φαιό, βρήκαν τον Ραντ να γελά μαλακά.
Ο Πάνταν Φάιν καθόταν με τα πόδια απλωμένα ψηλά σε ένα μαξιλαράκι γονυκλισίας, κοιτάζοντας εξεταστικά την ομορφιά του ήλιου που μόλις είχε χαράξει κι αστραφτοβολούσε στην κυρτή λεπίδα του εγχειριδίου, το οποίο στριφογύριζε δίχως σταματημό στα χέρια του. Δεν του αρκούσε πια να το έχει στη ζώνη του· πού και πού ένιωθε την αναπόδραστη ανάγκη να το αγγίξει. Το μεγάλο ρουμπίνι που ήταν δεμένο στο σφαίρωμα της λαβής άστραφτε με μια βαθιά μοχθηρία. Το εγχειρίδιο ήταν κομμάτι του εαυτού του, ή ο ίδιος ήταν ένα κομμάτι του όπλου. Το εγχειρίδιο ήταν ένα κομμάτι της Αριντόλ, την οποία οι άνθρωποι αποκαλούσαν Σαντάρ Λογκόθ, όμως βέβαια κι ο ίδιος ήταν ένα κομμάτι της Αριντόλ. Ή η Αριντόλ ήταν ένα κομμάτι του εαυτού του. Ήταν ολότελα τρελός και το γνώριζε πολύ καλά, όμως, όντας τρελός, δεν τον πείραζε. Το φως του ήλιου άστραφτε στο ατσάλι, ατσάλι που τώρα ήταν πιο θανατηφόρο από κάθε άλλο που είχε σφυρηλατηθεί στο Θακαντάρ.
Το αυτί του έπιασε ένα σούρσιμο και κοίταξε τον Μυρντράαλ που καθόταν στην άλλη άκρη του δωματίου και περίμενε πότε ο Πάνταν Φάιν θα καταδεχόταν να ασχοληθεί μαζί του. Ο Μυρντράαλ δεν προσπάθησε να πιάσει το βλέμμα τού· του είχε κόψει εδώ και καιρό αυτή τη συνήθεια.
Ο Πάνταν Φάιν προσπάθησε να επιστρέψει στους ρεμβασμούς του για τη λεπίδα, για το τέλειο κάλος του τέλειου θανάτου, την ομορφιά του τι ήταν κάποτε η Αριντόλ και τι θα ξαναγινόταν, όμως ο Μυρντράαλ του είχε χαλάσει την αυτοσυγκέντρωση. Την είχε μολύνει. Του ήρθε να πλησιάσει και να σκοτώσει εκείνο το πλάσμα, και παραλίγο θα το έκανε. Οι Ημιάνθρωποι αργούσαν πολύ να πεθάνουν· πόσο, άραγε, αν χρησιμοποιούσε το εγχειρίδιο; Λες κι είχε νιώσει τις σκέψεις του, ο Μυρντράαλ σάλεψε ξανά. Όχι, είχε ακόμα τη χρησιμότητά του.
Ούτως ή άλλως του ήταν δύσκολο να συγκεντρώνει την προσοχή του σε ένα πράγμα για πολλή ώρα. Με εξαίρεση τον Ραντ αλ’Θόρ, φυσικά. Ένιωθε τον αλ’Θόρ, μπορούσε να δείξει προς τα πού ήταν, από τόσο κοντά. Ο αλ’Θόρ τον προσέλκυε, τον τραβούσε τόσο που ο Πάνταν Φάιν ένιωθε πόνο. Υπήρχε μια διαφορά τώρα τελευταία, μια διαφορά που είχε εμφανιστεί ξαφνικά, σχεδόν σαν να είχε καταλάβει ξαφνικά και κάποιος άλλος τον αλ’Θόρ εν μέρει, και κάνοντας το αυτό είχε διώξει ένα τμήμα της κατοχής που είχε στον αλ’Θόρ ο Φάιν. Δεν πείραζε. Ο αλ’Θόρ ήταν δικός του.