Ευχήθηκε να ένιωθε τον πόνο του αλ’Θόρ· αν μη τι άλλο, πρέπει να του είχε προκαλέσει πόνο. Μόνο δαγκωνιές προς το παρόν, όμως αν ήταν αρκετές οι δαγκωνιές, μπορούσαν να τον αφήσουν ένα ξερό κουφάρι. Οι Λευκομανδίτες εναντιωνόταν απολύτως στον Αναγεννημένο Δράκοντα. Το χείλος του Φάιν τραβήχτηκε πίσω, σχηματίζοντας μια χλευαστική γκριμάτσα. Το να υποστηρίξει ο Νάιαλ τον αλ’Θόρ ήταν εξίσου απίθανο με το να τον υποστήριζε η Ελάιντα, όμως με τον αλ’Θόρ δεν έπρεπε να παίρνεις τίποτα για δεδομένο. Ο Φάιν τους είχε αγγίξει και τους δύο με αυτό που μετέφερε από την Αριντόλ· ίσως να έδειχναν εμπιστοσύνη καθένας στη μητέρα του, όμως ποτέ στον αλ’Θόρ τώρα πια.
Η πόρτα άνοιξε με ορμή κι ο νεαρός Πέργουυν Μπέλμαν εισέβαλε στο δωμάτιο, καταδιωκόμενος από τη μητέρα του. Η Ναν Μπέλμαν ήταν εμφανίσιμη γυναίκα, αν κι ο Φάιν σπανίως τώρα πια πρόσεχε κάτι τέτοιο στις γυναίκες· επρόκειτο για μια Σκοτεινόφιλη που νόμιζε ότι οι όρκοι της ήταν μια αργόσχολη ενασχόληση με το κακό, ώσπου εμφανίστηκε στο κατώφλι της ο Πάνταν Φάιν. Τον περνούσε κι αυτόν για Σκοτεινόφιλο, για κάποιον υψηλά ιστάμενο στα συμβούλια. Ο Φάιν φυσικά τα είχε ξεπεράσει κατά πολύ αυτά· θα ήταν νεκρός την ίδια στιγμή που θα έπεφτε στα χέρια κάποιου Εκλεκτού. Η σκέψη τον έκανε να χαχανίσει.
Ο Πέργουυν κι η μητέρα του ζάρωσαν μπροστά στην όψη τον Μυρντράαλ, φυσικά, όμως το αγόρι συνήλθε πρώτο κι έφτασε τον Φάιν ενώ η γυναίκα πάλευε ακόμα να ανασάνει.
«Αφέντη Μόρντεθ, Αφέντη Μόρντεθ», είπε με ψιλή φωνούλα, φορώντας το ερυθρόλευκο σακάκι του και χοροπηδώντας από το ένα πόδι στο άλλο. «Έχω τα μαντάτα που ήθελες».
Μόρντεθ. Είχε χρησιμοποιήσει αυτό το όνομα; Μερικές φορές δεν θυμόταν τι όνομα χρησιμοποιούσε, ποιο όνομα ήταν το δικό του. Θηκάρωσε το εγχειρίδιο κάτω από το σακάκι του και χαμογέλασε ζεστά. «Και τι μαντάτα είναι αυτά που μου φέρνεις, παλικάρι μου;»
«Κάποιος προσπάθησε να σκοτώσει τον Αναγεννημένο Δράκοντα σήμερα το πρωί. Ένας άνδρας. Τώρα είναι νεκρός. Ξέφυγε κι από τους Αελίτες κι απ’ όλους, μπήκε μέσα στα δωμάτια του Άρχοντα Δράκοντα».
Ο Φάιν ένιωσε το χαμόγελο του να μετατρέπεται σε αγριωπό μορφασμό. Είχαν προσπαθήσει να σκοτώσουν τον αλ’Θόρ; Ο αλ’Θόρ ήταν δικός του! Ο αλ’Θόρ θα πέθαινε από το δικό του χέρι, κανενός άλλο! Μια στιγμή. Ο ασασίνος είχε περάσει τους Αελίτες κι είχε μπει στα δωμάτια του αλ’Θόρ; «Ένας Φαιός!» Δεν κατάλαβε ότι η στριγκιά φωνή ήταν η δική του. Οι Φαιοί σήμαιναν τους Εκλεκτούς. Ποτέ δεν θα γλίτωνε από την ανάμιξή τους;
Τόση λύσσα κάπου έπρεπε να πάει πριν σκάσει μέσα του. Σχεδόν αδιάφορα, χάιδεψε φευγαλέα το πρόσωπο του αγοριού. Τα μάτια του νεαρού γούρλωσαν· τον έπιασε τόσο δυνατό τρέμουλο που τα δόντια του κροτάλιζαν.
Ο Φάιν δεν πολυκαταλάβαινε τα τεχνάσματα που μπορούσε να κάνει. Κάτι ήταν από τον Σκοτεινό, ίσως, κάτι από την Αριντόλ. Μετά από την επίσκεψή του εκεί, μετά απ’ όταν είχε πάψει να είναι απλώς ο Πάνταν Φάιν, είχε αρχίσει να εκδηλώνεται η ικανότητα, αργά. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι τώρα μπορούσε να κάνει μερικά πράγματα, αρκεί να άγγιζε αυτό που χρησιμοποιούσε.
Η Ναν έπεσε στα γόνατα μπροστά στην καρέκλα του, σφίγγοντας το σακάκι του. «Έλεος, Αφέντη Μόρντεθ», είπε λαχανιασμένη. «Σε παρακαλώ, δείξε έλεος. Δεν είναι παρά παιδί ακόμα. Ένα παιδί!»
Για μια στιγμή, την εξέτασε με περιέργεια, γέρνοντας το κεφάλι. Δεν ήταν καθόλου άσχημη γυναίκα. Ακούμπησε το πόδι του στο στήθος της και την έσπρωξε κατά μέρος, για να σηκωθεί. Ο Μυρντράαλ, που έριχνε κλεφτές ματιές, έστριψε απότομα αλλού το ανόφθαλμο πρόσωπό του όταν είδε τον Φάιν να τον παρακολουθεί. Θυμόταν πολύ καλά τα... τεχνάσματά του.
Ο Φάιν άρχισε να κάνει βόλτες· έπρεπε να δράσει. Η πτώση του αλ’Θόρ έπρεπε να είναι δικό του έργο —δικό του!— κι όχι των Εκλεκτών. Πώς άραγε μπορούσε να τον πληγώσει, να τον πληγώσει βαθιά ως την καρδιά του; Υπήρχαν εκείνα τα φλύαρα κοριτσόπουλα στο Κυνηγόσκυλο του Κουλαίν, αλλά αφού ο αλ’Θόρ δεν είχε πάει τότε που απειλούνταν οι Δύο Ποταμοί, τι θα τον ένοιαζε αν ο Φάιν έκαιγε συθέμελα το πανδοχείο και τις κοπελίτσες μαζί του; Τι μέσα είχε στη διάθεση του, λοιπόν; Από τα πάλαι ποτέ δικά του Τέκνα του Φωτός είχαν απομείνει ελάχιστοι. Ήταν απλώς μια δοκιμασία —αν κάποιο Τέκνο είχε καταφέρει να σκοτώσει τον αλ’Θόρ, θα τον είχε κάνει να ικετεύει για έλεος—όμως του είχε κοστίσει αριθμητικά. Τώρα είχε τον Μυρντράαλ, μια χούφτα Τρόλοκ κρυμμένους έξω από την πόλη, μερικούς Σκοτεινόφιλους συγκεντρωμένους στο Κάεμλυν κι έναν καθ’ οδόν από την Ταρ Βάλον. Η έλξη του αλ’Θόρ τον τραβούσε μπροστά. Αυτό ήταν το αξιοσημείωτο με τους Σκοτεινόφιλους. Κανονικά δεν υπήρχε κάτι που να ξεχωρίζει έναν Σκοτεινόφιλο από τον υπόλοιπο κόσμο, όμως τώρα τελευταία ο Φάιν τους διέκρινε με μια ματιά, ακόμα και κάποιον που απλώς είχε σκεφτεί να ορκιστεί στη Σκιά, λες κι υπήρχε ένα σημάδι καπνιάς στο μέτωπό του.