Όχι! Έπρεπε να συγκεντρωθεί. Να συγκεντρωθεί! Να καθαρίσει το μυαλό του. Το βλέμμα του έπεσε στη γυναίκα, η οποία βογκούσε και χάιδευε τον παραληρούντα γιο της, μιλώντας του μαλακά λες κι αυτό θα βοηθούσε. Ο Φάιν δεν είχε ιδέα για το πώς μπορούσε να σταματήσει κάποιο από τα κολπάκια του από τη στιγμή που είχε αρχίσει· το αγόρι θα επιζούσε, αν και με κάποια καταπόνηση, όταν η διαδικασία έφτανε στο τέλος της. Ο Φάιν δεν το είχε κάνει μ’ όλη του την καρδιά. Έπρεπε να καθαρίσει το μυαλό του. Να σκεφτεί κάτι άλλο. Μια όμορφη γυναίκα. Πόσος καιρός είχε περάσει από την τελευταία φορά που είχε βρεθεί με γυναίκα;
Χαμογελώντας, την έπιασε από το μπράτσο. Χρειάστηκε να την τραβήξει για να την πάρει από το ανόητο αγόρι της. «Έλα μαζί μου». Η φωνή του ήταν αλλιώτικη, μεγαλοπρεπής, η Λαγκαρντινή προφορά είχε χαθεί, όμως αυτός δεν το πρόσεξε· ποτέ δεν το πρόσεχε. «Είμαι σίγουρος ότι εσύ μπορείς να δείξεις το σωστό σεβασμό. Αν με ευχαριστήσεις, δεν θα πάθεις τίποτα». Γιατί, άραγε, η γυναίκα αντιστεκόταν; Ο Φάιν ήξερε ότι έδειχνε τη γοητεία του. Θα έπρεπε να της κάνει κακό. Ο αλ’Θόρ έφταιγε.
29
Φωτιά και Πνεύμα
Η Νυνάβε κοντοστάθηκε στη σκιά μπροστά στον Μικρό Πύργο, σκούπισε προσεκτικά το πρόσωπό της και μετά ξανάχωσε το μαντίλι στο μανίκι της. Όχι ότι είχε κάνει τίποτα έτσι —αμέσως ο ιδρώτας ανάβλυσε πάλι— αλλά ήθελε μέσα της να δείχνει όσο καλύτερα μπορούσε. Ήθελε να δείχνει ψύχραιμη, γαλήνια, αξιοπρεπής. Αυτό ήταν αρκετά απίθανο. Οι κρόταφοι της πονούσαν, κι όσο για το στομάχι της... ένιωθε ένα ανακάτεμα· το πρωί δεν είχε μπορέσει ούτε να κοιτάξει το φαγητό. Έφταιγε μόνο η ζέστη, φυσικά, όμως ήθελε να ξαναγυρίσει στο κρεβάτι της, να κουλουριαστεί και να πεθάνει. Το χειρότερο ήταν ότι την κέντριζε η αίσθηση του καιρού που είχε· ο πυρωμένος ήλιος κανονικά έπρεπε να ήταν κρυμμένος πίσω από μανιασμένα μαύρα σύννεφα και τις απειλητικές λόγχες των κεραυνών.
Οι Πρόμαχοι που στέκονταν αργόσχολα μπροστά, εκ πρώτης όψεως δεν έμοιαζαν να είναι σκοποί, μα ήταν. Της θύμιζαν τους Αελίτες που είχε δει στην Πέτρα του Δακρύου· μάλλον έμοιαζαν με λύκους ακόμα κι όταν κοιμούνταν. Ένας φαλακρό άνδρας με τετράγωνο πρόσωπο, που μόλις και την έφτανε στο μπόι αλλά με φαρδύ κορμί, βγήκε τρέχοντας από τον Μικρό Πύργο και πήρε το δρόμο, με τη λαβή του σπαθιού που φορούσε στην πλάτη να ξεπροβάλλει πάνω από τον ώμο του. Ακόμα κι αυτός —ο Τζόρι, δεσμευμένος με τη Μόρβριν— το κατάφερνε.
Δίπλα της πέρασε ο Ούνο, με τα μαλλιά κότσο στο κατά τα άλλα ξυρισμένο κεφάλι του, οδηγώντας το άλογο του μέσα στο πλήθος, δείχνοντας να μην αντιλαμβάνεται τη ζέστη παρά τα ατσάλινα ελάσματα και το πλέγμα της αρματωσιάς που τον σκέπαζε από τους ώμους ως κάτω. Έστριψε στη σέλα του για να την κοιτάξει με το καλό του μάτι, και το πρόσωπό του συννέφιασε. Η Μπιργκίτε είχε ανοίξει το στόμα της. Κάθε φορά που την έβλεπε ο Ούνο, ήταν φανερό ότι περίμενε πότε θα του ζητούσε άλογα. Η Νυνάβε ήταν σχεδόν έτοιμη. Ακόμα κι η Ηλαίην δεν μπορούσε να πει ότι έκαναν δουλειά εκεί που κάθονταν. Ή μάλλον μπορούσε να το πει, και το έλεγε, αλλά κακώς.
Ο Ούνο χάθηκε πίσω από τη γωνία κι η Νυνάβε αναστέναξε. Προσπαθούσε να καθυστερήσει τη στιγμή που θα έμπαινε μέσα. Μπορεί να ήταν εκεί η Μυρέλ. Σκούπισε πάλι το πρόσωπό της, κοίταξε συνοφρυωμένη το όλο ζάρες χέρι της —σήμερα θα ήταν η ενδέκατη μέρα που έπλενε κατσαρόλες, κι έμεναν άλλες είκοσι εννιά· είκοσι εννιά!— και μπήκε μέσα.
Ήταν κάπως πιο δροσερά εκεί, στο δωμάτιο όπου θα ήταν η κοινή αίθουσα παλιά όταν ο Μικρός Πύργος ήταν πανδοχείο, κάτι που ανακούφισε λιγάκι το πονεμένο κεφάλι της. Όλοι τώρα το αποκαλούσαν «αίθουσα αναμονής». Δεν είχαν σπαταλήσει χρόνο σε επισκευές. Από τα τζάκια έλειπαν πέτρες, από τον ραγισμένο γύψο έβλεπες τις σανίδες των τοίχων. Η Αράινα κι η Νίκολα είχαν πιάσει και σκούπιζαν μαζί με μια άλλη μαθητευόμενη, αλλά ο κόπος τους δεν φαινόταν στο τραχύ από τα χρόνια πάτωμα· η Αράινα φαινόταν μουτρωμένη, αλλά βέβαια ποτέ δεν της άρεσε να κάνει αγγαρείες μαζί με τις μαθητευόμενες. Στο Σαλιντάρ κανείς δεν καθόταν άπραγος. Στην άλλη άκρη του δωματίου, η Ρομάντα μιλούσε με δύο λεπτές, ηλικιωμένες Άες Σεντάι —μπορεί τα πρόσωπά τους να ήταν αγέραστα, όμως τα μαλλιά τους ήταν άσπρα— που ήταν ολοφάνερες νεοαφιχθείσες, όπως έδειχναν οι ελαφριοί μανδύες που κρέμονταν ακόμα στις πλάτες τους. Η Μυρέλ δεν φαινόταν πουθενά, κάτι που την έκανε να αναστενάξει από ανακούφιση· αυτή η γυναίκα της έψηνε το ψάρι στα χείλη με κάθε ευκαιρία και μετά έριχνε αλάτι στην πληγή! Άες Σεντάι κάθονταν στα τραπέζια, αταίριαστα μεταξύ τους αλλά προσεκτικά βαλμένα σε σειρές, αφοσιωμένες σε περγαμηνές ή δίνοντας εντολές σε Πρόμαχους κι υπηρέτες, μα ήταν λιγότερες από την πρώτη φορά που είχε δει η Νυνάβε την αίθουσα. Τώρα μόνο οι Καθήμενες κι οι υπηρέτες τους έμεναν στους ορόφους από πάνω· όλες οι άλλες είχαν μετακινηθεί για να κάνουν χώρο για να δουλέψουν οι Άες Σεντάι. Ο Μικρός Πύργος είχε πάρει χαρακτηριστικά του Λευκού Πύργου, και πάνω απ’ όλα την ακριβή τυπικότητα. Όταν η Νυνάβε είχε πρωτοδεί αυτό το δωμάτιο, επικρατούσε μια φούρια, η αίσθηση ότι γινόταν δουλειά. Μια ψεύτικη αίσθηση, τότε. Τώρα υπήρχε μια νωθρότητα, αλλά ήταν η αίσθηση του Λευκού Πύργου.