Выбрать главу

Πλησίασε ένα τραπέζι, όχι το πλησιέστερο, κι έκλινε το γόνυ με προσοχή. «Με συγχωρείς, Άες Σεντάι, αλλά μου είπαν ότι η Σιουάν κι η Ληάνε είναι εδώ. Μπορείς να μου πεις πού θα τις βρω;»

Η πένα της Μπρέντας έπαψε να κινείται κι η Άες Σεντάι ύψωσε τα ατάραχα, μαύρα μάτια της. Η Νυνάβε είχε διαλέξει αυτήν αντί για κάποια πιο κοντά στην πόρτα, επειδή η Μπρέντας ήταν μια από τις λίγες Άες Σεντάι που δεν την στρίμωχνε ποτέ με ερωτήσεις για τον Ραντ. Εκτός αυτού, μια φορά, όταν η Σιουάν ήταν Άμερλιν, είχε ξεχωρίσει την Μπρέντας ως κάποια που μπορούσες να εμπιστευτείς. Δεν είχε σχέση με αυτό που έκανε τώρα, όμως η Νυνάβε προσπαθούσε να βρίσκει όπου μπορούσε κάποια μικρή παρηγοριά.

«Είναι μαζί με μερικές Καθήμενες, μικρή μου». Η φωνή της Μπρέντας ήταν αιθέρια, ανέκφραστη σαν το χλωμό πρόσωπό της. Οι Λευκές σπανίως έδειχναν συναισθήματα, η Μπρέντας όμως ποτέ.

Η Νυνάβε έπνιξε ένα στεναγμό εκνευρισμού. Αν οι Καθήμενες τις είχαν βάλει να δώσουν αναφορά για τους πληροφοριοδότες τους, θα έκαναν ώρες για να ξεμπερδέψουν. Ίσως όλη τη μέρα. Τότε που η ίδια θα έκανε αγώνα με τις κατσαρόλες. «Σ’ ευχαριστώ, Άες Σεντάι».

Η Μπρέντας διέκοψε τη γονυκλισία της με μια χειρονομία. «Έκανε καθόλου πρόοδο μαζί σου χθες η Τέοντριν;»

«Όχι, Άες Σεντάι». Αν η φωνή της ήταν κάπως σφιγμένη, λίγο απότομη, υπήρχε λόγος γι’ αυτό. Η Τέοντριν είχε πει ότι θα δοκίμαζε τα πάντα, και προφανώς εννοούσε πραγματικά τα πάντα. Στη χθεσινή δοκιμή, την είχε βάλει να πιει κρασί για να χαλαρώσει, να όμως που η Νυνάβε είχε καταλήξει να πιει κάτι παραπάνω από λίγες γουλιές. Δύσκολα θα ξεχνούσε που την είχαν γυρίσει κουβαλητή στο δωμάτιό της ενώ αυτή τραγουδούσε —τραγουδούσε!— και μάλλον θα κοκκίνιζε κάθε φορά που το θυμόταν. Σίγουρα η Μπρέντας το είχε μάθει. Σίγουρα το είχαν μάθει όλες. Της Νυνάβε της ερχόταν τρέμουλο.

«Ρωτάω απλώς επειδή τα μαθήματά σου φαίνεται να έχουν πάρει τον κατήφορο. Άκουσα αρκετές αδελφές να σχολιάζουν ότι φαίνεται να έφτασες στο τέλος των αξιοθαύμαστων ανακαλύψεών σου. Ίσως το πρόβλημα να είναι οι επιπλέον αγγαρείες σου — όμως η Ηλαίην φέρνει στο φως κάτι καινούριο κάθε μέρα, παρ’ όλο που διδάσκει τάξεις και πλένει κατσαρόλες. Μερικές αδελφές αναρωτιούνται μήπως θα μπορούσαν να σε βοηθήσουν περισσότερο απ’ όσο η Τέοντριν. Αν το αναλαμβάναμε κάθε μια με τη σειρά, το να σου αναθέτουμε δουλειές όλη τη μέρα και κάθε μέρα ίσως να αποδεικνυόταν πιο ωφέλιμο απ’ όσο αυτές οι ανεπίσημες συνεδρίες με κάποια η οποία τελικά είναι κι η ίδια ελάχιστα ανώτερη από Αποδεχθείσα». Το είπε από την αρχή ως το τέλος με ήρεμο τόνο δίχως την παραμικρή κατηγορία, όμως το πρόσωπο της Νυνάβε κοκκίνισε σαν να της είχαν βάλει τις φωνές.

«Είμαι σίγουρη ότι όπου να ’ναι η Τέοντριν θα βρει το κλειδί, Άες Σεντάι», είπε, σχεδόν ψιθυριστά. «Θα προσπαθήσω πιο σκληρά, Άες Σεντάι». Έκανε μια βιαστική γονυκλισία και στριφογύρισε πριν η Μπρέντας προλάβει να τη σταματήσει ξανά. Με αποτέλεσμα να πέσει πάνω σε μια από τις ασπρομάλλες νεοφερμένες. Έμοιαζαν τόσο που θα μπορούσαν να είναι πραγματικές αδελφές, σχεδόν είδωλο η μία της άλλης, με γερά κόκαλα και μακριά, αριστοκρατικά πρόσωπα.

Η σύγκρουση ήταν ακριβέστερα ένα άγγιγμα, κι η Νυνάβε προσπάθησε να απολογηθεί, όμως η Άες Σεντάι στύλωσε πάνω της ένα βλέμμα που θα έκανε ένα γεράκι περήφανο. «Πρόσεχε πού πας, Αποδεχθείσα. Στον καιρό μου, την Αποδεχθείσα που θα επιχειρούσε να ποδοπατήσει μια Άες Σεντάι θα την έστελναν να σφουγγαρίζει και θα είχε άσπρα μαλλιά όταν θα τελείωνε».

Η άλλη την άγγιξε στο μπράτσο. «Μα άσε το παιδί να φύγει, Βαντέρ. Έχουμε και δουλειές».

Η Βαντέρ ξεφύσησε κοιτώντας κοφτά τη Νυνάβε, όμως άφησε την άλλη να τη βγάλει έξω.