Περιμένοντάς τις μια στιγμή να φύγουν, η Νυνάβε είδε τη Σέριαμ να βγαίνει από τις αίθουσες συσκέψεων με τη Μυρέλ, τη Μόρβριν και τη Μπεόνιν. Την είδε κι η Μυρέλ επίσης και ξεκίνησε να την πλησιάσει, όμως έκανε ένα μόνο βήμα και μετά η Σέριαμ κι η Μόρβριν άπλωσαν η καθεμιά από ένα χέρι στα μπράτσα της Πράσινης αδελφής και της μίλησαν γοργά και χαμηλόφωνα, ρίχνοντας πολλές ματιές στη Νυνάβε. Μιλώντας ακόμα, οι τέσσερις διέσχισαν την αίθουσα και χάθηκαν σε μια άλλη πόρτα.
Η Νυνάβε περίμενε ώσπου ξαναβρέθηκε μπροστά στον Μικρό Πύργο και μόνο τότε τράβηξε γερά κι αποφασισμένα την πλεξούδα της. Είχαν συναντήσει τις Σοφές την προηγούμενη νύχτα. Της ήταν απλό να μαντέψει το λόγο που οι άλλες είχαν εμποδίσει τη Μυρέλ να της μιλήσει. Αν η Εγκουέν ήταν τελικά εκεί στην Καρδιά της Πέτρας, δεν έπρεπε να το μάθει. Η Νυνάβε αλ’Μεάρα ήταν σε δυσμένεια. Η Νυνάβε αλ’Μεάρα έπλενε κατσαρόλες σαν μαθητευόμενη, τη στιγμή που θα μπορούσε να είναι ένα σκαλί ανώτερη από Αποδεχθείσα. Η Νυνάβε αλ’Μεάρα δεν κατάφερνε να κάνει τίποτα με την Τέοντριν, κι οι θαυμαστές ανακαλύψεις της είχαν στερέψει. Η Νυνάβε αλ’Μεάρα ποτέ δεν θα γινόταν Άες Σεντάι. Το ήξερε ότι ήταν λάθος που είχαν αρχίσει να εμφανίζουν μέσω της Ηλαίην όσα μάθαιναν από τη Μογκέντιεν. Το ήξερε από την αρχή!
Η γλώσσα της τρεμούλιασε καθώς θυμόταν τη φριχτή εκείνη γεύση. Βρασμένο γατόχορτο και κοπανισμένη πικρόριζα. Ένα αντίδοτο που είχε χρησιμοποιήσει η ίδια πολλές φορές στα παιδιά που δεν έλεγαν να σταματήσουν τα ψέματα. Η αλήθεια ήταν πως το είχε προτείνει η ίδια, αλλά δεν έπαυε να είναι λάθος. Οι Άες Σεντάι δεν μιλούσαν πια για τις καινοτομίες της· μιλούσαν για την απουσία τους. Κάποιες Άες Σεντάι που δεν είχαν δείξει ποτέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο φραγμό της, τώρα τις απασχολούσε πώς θα τον αντιμετώπιζαν. Η Νυνάβε δεν μπορούσε να κερδίσει σ’ αυτό. Είτε με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο, θα κατέληγε να την περιεργάζονται Άες Σεντάι από την κορφή ως τα νύχια, από το ξημέρωμα ως το ηλιοβασίλεμα.
Τράβηξε πιο δυνατά την πλεξούδα, τόσο δυνατά που της πόνεσε το κρανίο, κάτι που δεν βοήθησε καθόλου στα νεύρα της έτσι που ένιωθε το κεφάλι της. Ένας στρατιώτης που φορούσε επίπεδο κράνος τοξότη κι ενισχυμένο γιλέκο, βράδυνε το βήμα και την κοίταξε όλο περιέργεια, αυτή όμως του έριξε ένα βλέμμα εσκεμμένα αγριωπό, τόσο που εκείνος σκόνταψε μόνος του κι έσπευσε να χαθεί στο πλήθος. Ήταν ανάγκη να είναι τόσο πεισματάρα η Ηλαίην;
Ένα ανδρικό χέρι της έσφιξε τον ώμο κι η Νυνάβε στριφογύρισε με λόγια που θα του ξερίζωναν το κεφάλι. Τα λόγια έσβησαν στη γλώσσα της.
Ο Θομ Μέριλιν της χαμογελούσε μέσα από τα μακριά λευκά μουστάκια του, με τα γαλανά μάτια του να λαμπυρίζουν στο ρυτιδιασμένο πρόσωπό του. «Από την όψη σου, Νυνάβε, θα πίστευα πως είσαι θυμωμένη, αλλά ξέρω ότι έχεις τόσο γλυκό χαρακτήρα που οι άνθρωποι σού ζητάνε να βάλεις το δάχτυλο στο τσάι τους».
Ο Τζούιλιν Σάνταρ ήταν εκεί δίπλα του, ένας κοκαλιάρης που έμοιαζε σμιλεμένος σε σκούρο ξύλο κι έγερνε σε ένα ραβδί από μπαμπού χοντρό σαν τον αντίχειρά του. Ο Τζούιλιν ήταν Δακρυνός, όχι Ταραμπονέζος, αλλά ακόμα φορούσε εκείνο το γελοίο επίπεδο κωνικό κόκκινο καπέλο, που ήταν σε ακόμα μεγαλύτερα χάλια απ’ όσο την τελευταία φορά που το είχε δει η Νυνάβε. Το έβγαλε αμέσως μόλις την είδε να τον κοιτάζει. Κι οι δυο άνδρες ήταν κατασκονισμένοι και ταλαιπωρημένοι από το ταξίδι, με τα πρόσωπα λιπόσαρκα, μολονότι ακόμα και στην αρχή του ταξιδιού κανείς τους δεν ήταν ιδιαιτέρως σωματώδης. Από την όψη, έμοιαζαν να κοιμούνταν είτε με τα ρούχα είτε καβάλα στα άλογα τις βδομάδες που έλειπαν από το Σαλιντάρ.
Πριν μπορέσει να ανοίξει η Νυνάβε το στόμα, μια ανθρώπινη θύελλα έπεσε πάνω τους. Η Ηλαίην χίμηξε στον Θομ τόσο δυνατά που αυτός παραπάτησε. Φυσικά, την αγκάλιασε και τη σήκωσε ψηλά, στριφογυρίζοντάς ολόγυρα την σαν παιδί, παρ’ όλο που κούτσαινε ελαφρώς. Γελούσαν κι οι δύο όταν την απίθωσε κάτω. Εκείνη άπλωσε το χέρι και του τράβηξε το μουστάκι, και τους έπιασαν ακόμα πιο δυνατά γέλια. Ο Θομ περιεργάστηκε τα χέρια της, που ήταν ζαρωμένα σαν της Νυνάβε, τη ρώτησε πού είχαν μπλέξει αφού δεν τον είχαν για να τις οδηγεί στο σωστό δρόμο, κι εκείνη του αποκρίθηκε ότι δεν χρειαζόταν κανέναν να της λέει τι να κάνει, αλλά το χάλασε επειδή κοκκίνισε, και χαχάνισε, και δάγκωσε το χείλος της.
Η Νυνάβε πήρε μια βαθιά ανάσα. Μερικές φορές αυτοί οι δύο παρατραβούσαν αυτό το παιχνίδι πατέρα-κόρης. Μερικές φορές η Ηλαίην έμοιαζε να νομίζει πως ήταν δέκα χρόνων, το ίδιο κι ο Θομ. «Ηλαίην, νόμιζα ότι είχες τάξη μαθητευομένων σήμερα το πρωί».
Η άλλη τη λοξοκοίταξε κι ύστερα μαζεύτηκε, προσπαθώντας κατόπιν εορτής να δείξει αξιοπρέπεια, ισιώνοντας το φόρεμά της με τις οριζόντιες ρίγες στον ποδόγυρο. «Ζήτησα από την Καλίντιν να το αναλάβει», είπε ανέμελα. «Είπα να σου κάνω παρέα. Και χαίρομαι που το έκανα», πρόσθεσε, χαμογελώντας πλατιά στον Θομ. «Τώρα μπορούμε να ακούσουμε ό,τι μάθατε στην Αμαδισία».