Η Νυνάβε ξεφύσηξε. Σιγά μην της έκανε παρέα. Δεν θυμόταν τα πάντα για τη χθεσινή μέρα, αλλά θυμόταν την Ηλαίην να γελά καθώς την ξέντυνε και την έβαζε στο κρεβάτι ενώ ο ήλιος δεν είχε καν δύσει ολόκληρος. Και θυμόταν καλά ότι η Ηλαίην την είχε ρωτήσει μήπως ήθελε ένα κουβά νερό να δροσίσει το κεφάλι της.
Ο Θομ δεν πρόσεξε τίποτα· οι περισσότεροι άνδρες ήταν τυφλοί, αν κι αυτού συνήθως του έκοβε. «Θα πρέπει να κάνουμε γρήγορα», είπε στις δύο γυναίκες. «Τώρα που μας ξεψάχνισε η Σέριαμ, θέλει να μας στείλει να δώσουμε αυτοπροσώπως αναφορά στις Καθήμενες. Ευτυχώς, τα πράγματα δεν είναι άσχημα. Δεν υπάρχουν αρκετοί Λευκομανδίτες στον Έλνταρ για να εμποδίσουν ούτε ποντίκι να τον περάσει, ακόμα κι αν το ποντίκι είχε τύμπανα και τρομπέτες για να το αναγγείλουν από μια μέρα πριν. Με εξαίρεση μια ισχυρή δύναμη στα σύνορα του Τάραμπον και τους άνδρες που έχει βάλει για να απωθήσουν τον Προφήτη στον Βορρά, ο Νάιαλ μοιάζει να συγκεντρώνει όλους τους Λευκομανδίτες του στην Αμαδισία, κι ο Άιλρον τραβά κι αυτός πίσω τους στρατιώτες του. Στους δρόμους είχε αρχίσει να συζητιέται το Σαλιντάρ πριν φύγουμε, δεν κατάφερα να μάθω αν και τι προθέσεις έχει ο Νάιαλ για την πόλη».
«Το Τάραμπον», μουρμούρισε ο Τζούιλιν, ενώ περιεργαζόταν το σκούφο του. «Κακορίζικο μέρος για όσους δεν ξέρουν να φυλάγονται, έτσι ακούσαμε».
Η Νυνάβε δεν ήξερε ποιος από τους δύο ήξερε να χρονοτριβεί καλύτερα, όμως ήταν σίγουρη ότι κι οι δύο μπορούσαν να σου πουν ψέματα κοιτώντας σε στα μάτια τόσο καλά που θα ζήλευε ακόμα κι ένας έμπορος μαλλιού. Κι ήταν σίγουρη ότι εκείνη τη στιγμή έκρυβαν κάτι.
Η Ηλαίην είδε κάτι παραπάνω. Έπιασε τον Θομ από τα πέτα, τον κοίταξε στο πρόσωπο. «Κάτι άκουσες για τη μητέρα μου», είπε γαλήνια, και δεν ήταν ερώτηση.
Ο Θομ έστρωσε το μουστάκι του. «Υπάρχουν εκατό φήμες σε κάθε δρόμο της Αμαδισία, παιδί μου, κι η κάθε μια είναι πιο τρελή από την προηγούμενη». Το σαν από τραχύ πετσί πρόσωπό του έδειχνε απόλυτη αθωότητα κι ειλικρίνεια, όμως ο άνθρωπος αυτός δεν είχε αθωότητα ούτε τη μέρα που γεννιόταν. «Λένε ότι ολόκληρος ο Λευκός Πύργος είναι εδώ, στο Σαλιντάρ, με δέκα χιλιάδες Προμάχους έτοιμους να περάσουν τον Έλνταρ. Λένε ότι οι Άες Σεντάι κατέλαβαν το Τάντσικο, κι ότι ο Ραντ έχει φτερά για να πετάει τις νύχτες, και—»
«Θομ;» είπε η Ηλαίην.
Εκείνος ξεφύσησε, αγριοκοιτάζοντας τον Τζούιλιν και τη Νυνάβε σαν να ήταν δικό τους το σφάλμα. «Παιδί μου, είναι απλώς μια φήμη, από τις πιο τρελές που ακούσαμε. Δεν μπόρεσα να επιβεβαιώσω τίποτα, και, πίστεψέ με, προσπάθησα. Δεν σκόπευα να το αναφέρω. Απλώς σου σκαλίζει την πληγή. Άσ’ το να περάσει, παιδί μου».
«Θομ». Πιο σταθερά. Ανασαλεύοντας στα πόδια του, ο Τζούιλιν ευχόταν να ήταν κάπου αλλού. Ο Θομ απλώς είχε μια βλοσυρή έκφραση.
«Αφού θες να το ακούσεις. Οι πάντες στην Αμαδισία πιστεύουν ότι η μητέρα σου είναι στο Φρούριο του Φωτός, ότι θα οδηγήσει έναν στρατό από Λευκομανδίτες στο Άντορ».
Η Ηλαίην κούνησε το κεφάλι, γελώντας μαλακά. «Αχ, Θομ, νομίζεις ότι θα με τάραζε κάτι τέτοιο; Η μητέρα μου δεν θα πήγαινε ποτέ στους Λευκομανδίτες. Μακάρι να πήγαινε. Μακάρι να ήταν ζωντανή. Παρ’ όλο που αυτό καταπατά ό,τι μου δίδαξε ποτέ —Ξένοι στρατιώτες στο Άντορ· και Λευκομανδίτες μάλιστα!— θα μπορούσα να το ευχηθώ. Όμως άλλο οι ευχές κι άλλο η πραγματικότητα». Το χαμόγελο της έδειχνε θλίψη, μα μια συγκρατημένη θλίψη. «Έχω θρηνήσει, Θομ. Η μητέρα μου είναι νεκρή και πρέπει να βάλω τα δυνατά μου για να φανώ αντάξιά της. Εκείνη δεν θα έτρεχε να κυνηγήσει παράλογες φήμες, ούτε και θα έκλαιγε γι’ αυτές».
«Παιδί μου», είπε αυτός αμήχανα.
Η Νυνάβε αναρωτήθηκε τι ένιωθε εκείνος για το θάνατο της Μοργκέις, αν ένιωθε κάτι. Όσο κι αν ήταν δύσκολο να το πιστέψεις, ο Θομ ήταν κάποτε εραστής της Μοργκέις, τότε που ήταν νέα κι η Ηλαίην μωρό ακόμα. Τότε δεν θα έμοιαζε σαν να τον είχαν κρεμάσει στον ήλιο για να ψηθεί. Η Νυνάβε δεν ήξερε πώς και γιατί είχε τελειώσει εκείνη η ιστορία, μόνο ότι ο Θομ είχε φύγει κρυφά από το Κάεμλυν με ένα ένταλμα σύλληψης να εκκρεμεί σε βάρος του. Δεν ήταν δείγμα έρωτα σαν εκείνους στα παραμύθια. Προς το παρόν, έδειχνε να τον νοιάζει μόνο αν η Ηλαίην έλεγε αλήθεια ή αν έκρυβε τον πόνο της, καθώς της χτυπούσε απαλά την πλάτη και χάιδευε τα μαλλιά. Αν η Νυνάβε δεν ευχόταν να αρπάζονταν έστω και μια φορά οι δυο τους σαν φυσιολογικοί άνθρωποι, θα έλεγε ότι ήταν μια ωραία εικόνα.
Ένα ξεροβήξιμο κοντά τής χάλασε τη στιγμή. «Αφέντη Μέριλιν;» είπε η Ταμπίθα, απλώνοντας το λευκό φόρεμά της με μια γοργή γονυκλισία. «Αφέντη Σάνταρ; Η Σέριαμ Σεντάι λέει ότι οι Καθήμενες είναι έτοιμες να σας δεχθούν. Λέει ότι δεν έπρεπε να φύγετε από τον Μικρό Πύργο».