Выбрать главу

«Ο Μικρός Πύργος, ε;» είπε ξερά ο Θομ, κοιτώντας το πρώην πανδοχείο. «Ηλαίην, δεν θα μας κρατήσουν για πάντα. Όταν τελειώσουμε, εγώ κι εσύ μπορούμε να συζητήσουμε... ό,τι θέλεις». Έκανε νόημα στην Ταμπίθα να τους οδηγήσει και ξαναμπήκε μέσα, με το χωλό περπάτημα του ολοφάνερο, όπως όταν ήταν κουρασμένος. Ο Τζούιλιν όρθωσε το κορμί του και τον ακολούθησε σαν να πήγαιναν στο ικρίωμα· στο κάτω-κάτω, ήταν Δακρυνός.

Η Νυνάβε κι η Ηλαίην έμειναν εκεί, χωρίς να κοιτιούνται.

Στο τέλος, η Νυνάβε είπε, «Δεν ήμουν—» ενώ την ίδια στιγμή η Ηλαίην έλεγε, «Δεν έπρεπε να—» Σταμάτησαν μαζί, και πέρασαν μερικές στιγμές καθώς έσιαζαν τα φουστάνια τους και σκούπιζαν τα πρόσωπά τους.

«Με τόση ζέστη, δεν είναι να στεκόμαστε εδώ», είπε τελικά η Νυνάβε.

Οι Καθήμενες που άκουγαν τις αναφορές της Σιουάν και της Ληάνε μάλλον δεν θα διέκοπταν για να ακούσουν τον Θομ και τον Τζούιλιν. Αυτά τα πράγματα τα μοιράζονταν μεταξύ τους. Έτσι έμενε ο Λογκαίν, έστω κι αν η Νυνάβε το απευχόταν. Δεν θα μάθαινε τίποτα. Αλλά ήταν προτιμότερο από το να κάθεται και να αγωνιά μέχρι να πέσουν πάνω της δώδεκα Άες Σεντάι με το ωριαίο πρόγραμμά τους.

Αναστέναξε και πήρε το δρόμο. Η Ηλαίην την ακολούθησε σαν να είχε προσκληθεί. Αυτό βοήθησε τη Νυνάβε να βρει το θυμό που θα χρειαζόταν. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι οι καρποί της Ηλαίην ήταν γυμνοί.

«Πού είναι το βραχιόλι;» ρώτησε μαλακά. Κανένας στο δρόμο δεν θα τις καταλάβαινε, αλλά αν ξεχνιόσουν μια φορά να προφυλαχτείς, μπορεί να το ξεχνούσες κι άλλες. «Πού είναι η Μάριγκαν;»

«Το βραχιόλι είναι στο πουγκί μου, Νυνάβε». Η Ηλαίην παραμέρισε για να περάσει ένα κάρο με ψηλές ρόδες κι ύστερα ξανάρθε δίπλα στη Νυνάβε όταν αυτό βρέθηκε πίσω τους. «Η Μάριγκαν κάνει την μπουγάδα μας, με περίπου είκοσι άλλες γυναίκες δίπλα της. Και βογκάει με κάθε κίνηση. Είπε κάτι που νόμιζε ότι δεν θα το άκουγε η Μπιργκίτε, κι η Μπιργκίτε... Αναγκάστηκα να το βγάλω, Νυνάβε. Η Μπιργκίτε είχε δίκιο, κι ένιωθα τον πόνο. Είπα στη Μάριγκαν να πει ότι είχε κουτρουβαλήσει τη σκάλα».

Η Νυνάβε ξεφύσησε, αλλά το μυαλό της ήταν αλλού. Δεν φορούσε συχνά το βραχιόλι τώρα τελευταία. Όχι επειδή δεν μπορούσε να παρουσιάσει για δικό της ό,τι θα ανακάλυπτε. Ακόμα ήταν βέβαιη ότι η Μογκέντιεν κάτι γνώριζε από Θεραπεία, ακόμα κι αν δεν το συνειδητοποιούσε η ίδια —κανείς δεν ήταν τόσο τυφλός— κι υπήρχε το τέχνασμα για να εντοπίζεις ότι ένας άνδρας διαβίβαζε, κάτι για το οποίο η Μογκέντιεν όλο έλεγε ότι σχεδόν το είχαν καταφέρει. Η αλήθεια ήταν ότι φοβόταν μήπως τα κατάφερνε χειρότερα από τη Μπιργκίτε, αν είχε περισσότερη επαφή με τη Μογκέντιεν απ’ όσο χρειαζόταν. Ίσως να έφταιγε το ότι πίσω απ’ όλα έμοιαζε να κρύβεται ικανοποίηση, ακόμα κι όταν η Μογκέντιεν βογκούσε από τον πόνο που της ερχόταν από τη Νυνάβε, καθώς προσπαθούσε να δαμάσει την ικανότητα εντοπισμού του σαϊντίν. Ίσως έφταιγε η ανάμνηση του φόβου της τότε που είχε βρεθεί μόνη με τη Μογκέντιεν χωρίς το βραχιόλι. Ίσως η αηδία της που μεγάλωνε όσο κρατούσαν μια Εκλεκτή μακριά από τη δικαιοσύνη. Ίσως λίγο απ’ όλα. Όμως ήξερε ότι τώρα έπρεπε να βιάσει τον εαυτό της να βάλει το δαχτυλίδι, κι ήξερε επίσης ότι όποτε έβλεπε το πρόσωπο της Μογκέντιεν, της ερχόταν να το λιανίσει με τις γροθιές της.

«Δεν έπρεπε να γελάσω», είπε η Ηλαίην. «Συγγνώμη γι’ αυτό».

Η Νυνάβε σταμάτησε επιτόπου, τόσο απότομα που ένας καβαλάρης αναγκάστηκε να τραβήξει τα γκέμια για να μην την τσαλαπατήσει. Της φώναξε κάτι καθώς τον κατάπινε το πλήθος, όμως το σοκ που ένιωθε η Νυνάβε έκανε τα λόγια του να ακουστούν πνιχτά, ακατάληπτα. Όχι σοκ για την απολογία της Ηλαίην. Αλλά γι’ αυτό που είχε να της πει. Που είχε να της πει αυτό που ήταν σωστό. Την αλήθεια.

Μη μπορώντας να κοιτάξει την Ηλαίην, ξανάρχισε να περπατά. «Είχες κάθε δίκιο να γελάσεις. Έγινα...» Ξεροκατάπιε. «Γελοιοποιήθηκα μόνη μου». Αυτό είχε κάνει. Μερικές γουλιές, είχε πει η Τέοντριν· ένα ποτήρι. Κι αυτή πήγε κι άδειασε την κρασοκανάτα. Αν ήταν να αποτύχεις, έπρεπε να έχεις άλλο λόγο κι όχι απλώς να λες ότι δεν μπορούσες να το κάνεις. «Έπρεπε να φέρεις τον κουβά με το νερό και να με αναγκάσεις να βουτήξω μέσα το κεφάλι μέχρι που να μπορώ να απαγγείλω το Μεγάλο Κυνήγι τον Κέρατος χωρίς λάθος». Αποτόλμησε να κοιτάξει με την άκρη του ματιού της. Στα μάγουλα της Ηλαίην είχαν φανεί κόκκινες πιτσιλιές. Είχε όντως μιλήσει για κουβά, λοιπόν.

«Μπορούσε να συμβεί στον καθένα», είπε απλά η Ηλαίην.

Η Νυνάβε ένιωσε τα μάγουλά της να ανάβουν. Όταν είχε συμβεί αυτό στην Ηλαίην, της είχε βουτήξει το κεφάλι μέσα για να τη συνεφέρει από το κρασί. «Έπρεπε να είχες κάνει οτιδήποτε χρειαζόταν για να... για να ξεμεθύσω».