Ήταν η πιο παράξενη αντιπαράθεση απ’ όσο μπορούσε να θυμηθεί η Νυνάβε· η ίδια επέμενε ότι είχε γίνει περίγελως και της άξιζε ό,τι κι αν της έκαναν, ενώ η Ηλαίην παρέθετε συνεχώς δικαιολογίες εκ μέρους της. Η Νυνάβε δεν καταλάβαινε γιατί ένιωθε τόσο ευχάριστα που αναλάμβανε την ευθύνη για τον εαυτό της. Δεν θυμόταν να το είχε ξανακάνει ποτέ, τουλάχιστον δίχως να στρογγυλέψει όσο μπορούσε τα λόγια της. Παραλίγο θα θύμωνε με την Ηλαίην που δεν συμφωνούσε πως είχε γίνει ρεζίλι των σκυλιών. Αυτό κράτησε ώσπου έφτασαν στο σπιτάκι με την καλαμοσκεπή στην άκρη του χωριού όπου φύλαγαν τον Λογκαίν.
«Αν δεν σταματήσεις», είπε τελικά η Ηλαίην, «ορκίζομαι ότι θα στείλω αυτή τη στιγμή να φέρουν έναν κουβά νερό».
Η Νυνάβε άνοιξε το στόμα και μετά το ξανάκλεισε. Ακόμα και στην νεοανακαλυφθείσα ευφορία της παραδοχής του σφάλματος της, κάτι τέτοιο θα παραπήγαινε. Νιώθοντας τόσο καλά, δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τον Λογκαίν. Νιώθοντας τόσο καλά, θα ήταν ούτως ή άλλος άδικος κόπος· όπως, επίσης, θα ήταν άδικος κόπος χωρίς τη Μογκέντιεν και το βραχιόλι, που δεν θα το φορούσε νιώθοντας τόσο καλά. Έριξε μια ματιά στους δύο Προμάχους που στέκονταν σκοποί έξω από την πόρτα με το πέτρινο πρέκι. Δεν ήταν αρκετά κοντά για να τις ακούσουν, όμως αυτή μίλησε χαμηλόφωνα. «Ηλαίην, πάμε να φύγουμε. Απόψε». Με τον Θομ και τον Τζούιλιν στο Σαλιντάρ, δεν υπήρχε ανάγκη να ζητήσουν άλογα από τον Ούνο. «Όχι στο Κάεμλυν, αν δεν θέλεις. Στο Έμπου Νταρ. Η Μέριλιλ δεν πρόκειται να βρει ποτέ τη γαβάθα, κι η Σέριαμ δεν θα μας επιτρέψει ποτέ να πάμε να τη βρούμε. Τι λες; Απόψε;»
«Όχι, Νυνάβε. Πώς θα μπορέσουμε να βοηθήσουμε τον Ραντ αν μας θεωρούν φυγάδες; Κι αυτό ακριβώς θα είμαστε. Το υποσχέθηκες, Νυνάβε. Το υποσχέθηκες, αν βρίσκαμε κάτι».
«Το υποσχέθηκα αν βρίσκαμε κάτι που να μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε. Αλλά μόνο αυτό βρήκαμε!» Η Νυνάβε έχωσε τα ζαρωμένα χέρια της κάτω από τη μύτη της άλλης.
Η Ηλαίην έχασε τη σιγουριά από το πρόσωπό της και από τη φωνή της· σούφρωσε τα χείλη και κοίταξε εξεταστικά το χώμα. «Νυνάβε, ξέρεις ότι είπα στη Μπιργκίτε ότι θα μείνουμε. Όπως φαίνεται λοιπόν, πήγε κι είπε στον Ούνο ότι αυτός σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να σου δώσει άλογο αν δεν του το πει η ίδια. Του είπε ότι σκεφτόσουν να το σκάσεις. Το έμαθα μόνο όταν ήταν πολύ αργά». Κούνησε το κεφάλι της εκνευρισμένα. «Αν είναι έτσι το να έχεις Πρόμαχο, δεν ξέρω γιατί τους θέλουν».
Της Νυνάβε της φάνηκε ότι τα μάτια της κόντευαν να πεταχτούν από τις κόγχες του από την αγανάκτηση. Να λοιπόν γιατί την κοίταζε έτσι ο Ούνο. Η ευφορία χάθηκε μέσα στην πυρά του — εν μέρει θυμού, εν μέρει ταπείνωσης. Ο Ούνο ήξερε· νόμιζε ότι η Νυνάβε... Για στάσου. Για μια στιγμή, κοίταξε συνοφρυωμένη την Ηλαίην, και μετά αποφάσισε να μη ξεστομίσει την ερώτηση που της είχε περάσει από το νου. Άραγε, η Μπιργκίτε είχε αναφέρει μόνο το όνομα της Νυνάβε στον Ούνο, ή μήπως είχε πει και για την Ηλαίην; Η Ηλαίην είχε αποκτήσει μια ωραία θετή οικογένεια. Στον Θομ, είχε βρει έναν ανεκτικό πατέρα που ήθελε να της μάθει ό,τι ήξερε, και στη Μπιργκίτε μια μεγάλη αδερφή που νόμιζε πως η δουλειά της ήταν να προστατεύσει τη μικρή αδελφή της από την ανωριμότητά της.
«Σ’ αυτή την περίπτωση», είπε ανέκφραστα, «ας δούμε τι μπορώ να μάθω από τον Λογκαίν».
Ήταν ένα μικρό σπίτι, μόνο με δύο δωμάτια, αλλά οι χοντροί πέτρινοι τοίχοι πρόσφεραν κάποια δροσιά. Ο Λογκαίν φορούσε μόνο πουκάμισο, κάπνιζε πίπα και διάβαζε πλάι στο παράθυρο. Οι Άες Σεντάι τον περιποιούνταν καλά. Οι καρέκλες και τα τραπέζια ήταν από τα πιο φίνα του Σαλιντάρ —όχι περίτεχνα, αλλά καλοφτιαγμένα καίτοι αταίριαστα μεταξύ τους— κι ένα χρυσοκόκκινο χαλί με ελικοειδή μοτίβα σκέπαζε σχεδόν όλο το πάτωμα, το οποίο ήταν τόσο καθαρό που η Νυνάβε ήταν σίγουρη πως ο Λογκαίν δεν σκούπιζε ο ίδιος.
Αυτός άφησε το βιβλίο στην άκρη όταν μπήκαν μέσα, και δεν φάνηκε να τον ενοχλεί που δεν είχαν χτυπήσει. Σηκώθηκε με το πάσο του, έσβησε την πίπα του, φόρεσε το σακάκι του, και μόνο τότε χαιρέτησε επισήμως, προβάλλοντας το πόδι. «Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω μετά από τόσον καιρό. Νόμιζα πως με είχατε ξεχάσει. Να σας προσφέρω κρασί; Οι Άες Σεντάι δεν μου φέρνουν πολύ, αλλά αυτό που μου προμηθεύουν δεν είναι καθόλου άσχημο».
Η προσφορά του κρασιού θα ήταν η σταγόνα που είχε ξεχειλίσει το ποτήρι —η Νυνάβε έκρυψε με δυσκολία ένα μορφασμό— αν δεν ήταν ήδη περιττή. Με τον Ούνο στη σκέψη της, το γεγονός ότι ήταν άνδρας ήταν αρκετό. Δεν χρειαζόταν να αντλήσει το θυμό της από τον Μικρό Πύργο. Η σκέψη του όμως πρόσθεσε κάτι ακόμα. Η Αληθινή Πηγή ξαφνικά ήταν εκεί, μια αθέατη θέρμη, που παραλίγο θα μπορούσε να ήταν ορατή. Άνοιξε τον εαυτό της και το σαϊντάρ την πλημμύρισε· αν αυτό που ένιωθε νωρίτερα ήταν ευφορία, τούτο εδώ ξεπερνούσε κάθε έκσταση. Του παραδινόταν, που να καεί η Τέοντριν!