«Κάθισε κάτω», του είπε παγερά. «Δεν θέλω ν’ ακούσω τσιμουδιά. Θα απαντάς όταν σε ρωτώ, αλλιώς δεν θα μιλάς καθόλου».
Ο Λογκαίν απλώς σήκωσε τους ώμους κι υπάκουσε, ταπεινός σαν κουταβάκι. Όχι, δεν ήταν ταπεινός· το χαμόγελο ήταν καθαρή αυθάδεια. Η Νυνάβε ήταν σίγουρη πως ένα μέρος της πήγαζε από τα συναισθήματά του προς τις Άες Σεντάι, κι ένα άλλο από... Ο Λογκαίν κοίταξε την Ηλαίην να κάθεται σε μια άλλη καρέκλα, να στρώνει τα φουστάνια της με αφοσίωση, κι ακόμα κι αν η Νυνάβε δεν είχε δει τι κοίταζε ο Λογκαίν, θα καταλάβαινε ότι κοίταζε γυναίκα. Δεν είχε τίποτα το χυδαίο η έκφρασή του, τίποτα το ρυπαρό, απλώς... Η Νυνάβε δεν ήξερε τι ήταν, αλλά ήξερε ότι την κοίταζε κι αυτήν με τον ίδιο τρόπο, και ξαφνικά ένιωσε έντονα το γεγονός ότι η ίδια ήταν γυναίκα κι αυτός άνδρας. Ίσως οφειλόταν στο ότι ήταν όμορφος κι είχε πλατιούς ώμους, αλλά η Νυνάβε είχε πιο αξιοπρεπή εικόνα του εαυτού της. Φυσικά και δεν ήταν αυτό.
Ξερόβηξε κι ύφανε νημάτια σαϊντάρ μέσα στον Λογκαίν, από Αέρα και Νερό, Φωτιά και Γη και Πνεύμα. Ήταν όλα στοιχεία της Θεραπείας, αλλά τώρα τα χρησιμοποίησε για να τον εξετάσει. Θα ήταν ευκολότερο αν τον άγγιζε με τα χέρια, αλλά δεν άντεχε να το κάνει. Ήδη της ήταν δύσκολο που τον άγγιζε με τη Δύναμη. Ήταν υγιέστατος σαν ταύρος και σχεδόν εξίσου δυνατός, δεν είχε το παραμικρό πρόβλημα —εκτός από την τρύπα.
Δεν ήταν πραγματική τρύπα, ήταν μάλλον μια αίσθηση ότι αυτό που έμοιαζε συνεχές δεν ήταν συνεχές, ότι αυτό που έμοιαζε λείο κι ευθύ στην πραγματικότητα λοξοδρομούσε γύρω από μια απουσία. Η Νυνάβε ήξερε καλά αυτή την αίσθηση, από τον πρώτο εκείνο καιρό, τότε που νόμιζε ότι ίσως μάθαινε κάτι. Ακόμα και τώρα ένιωθε την επιδερμίδα της να ανατριχιάζει.
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα πάνω της προσηλωμένος. Η Νυνάβε δεν θυμόταν να τον πλησιάζει. Το πρόσωπό του είχε πάρει μια έκφραση αλαζονείας και περιφρόνησης· μπορεί να μην ήταν Άες Σεντάι, μα ήταν μικρή η διαφορά.
«Πώς μπορείς να τα κάνεις όλα αυτά μαζί;» ρώτησε η Ηλαίην. «Ούτε τα μισά δεν μπορώ να παρακολουθήσω».
«Σουτ», μουρμούρισε η Νυνάβε. Κρύβοντας το μόχθο που κατέβαλλε, έπιασε απότομα το κεφάλι του Λογκαίν στα χέρια της. Ναι. Ήταν καλύτερα όταν υπήρχε σωματική επαφή, οι εντυπώσεις ήταν πιο ακριβείς.
Κατηύθυνε ολόκληρη τη ροή του σαϊντάρ εκεί που θα έπρεπε να είναι η τρύπα — και σχεδόν ξαφνιάστηκε βρίσκοντας μια αδειανοσύνη. Φυσικά, ακόμα και τώρα δεν περίμενε να μάθει τίποτα. Οι άνδρες ήταν τόσο διαφορετικοί από τις γυναίκες στη Δύναμη όσο ήταν και στη σάρκα, ίσως ακόμα πιο διαφορετικοί. Θα ήταν σαν να εξέταζε μια πέτρα για να μάθει για τα ψάρια. Δυσκολευόταν να εστιάσει τις σκέψεις της σ’ αυτό που έκανε, αφού γνώριζε ότι απλώς προσποιούταν, ότι απλώς χρονοτριβούσε.
Τι θα έλεγε η Μυρέλ; Άραγε θα έκρυβε ένα μήνυμα από την Εγκουέν; Αυτή η αδειανοσύνη, τόσο μικρή που εύκολα θα την προσπερνούσε, ήταν πελώρια από τη στιγμή που έχωσε τις ροές μέσα, τόσο απέραντη που μπορούσε να τις καταπιεί όλες. Μακάρι να μπορούσα να μιλήσω στην Εγκουέν. Πάω στοίχημα πως όταν μάθει ότι ο Πύργος στέλνει απεσταλμένους στον Ραντ, κι ότι οι Άες Σεντάι εδώ κάθονται άπραγες, θα με βοηθήσει να πείσω την Ηλαίην ότι κάναμε ό,τι μπορούσαμε εδώ. Μια αχανής αδειανοσύνη· το τίποτα. Κι εκείνο που είχε βρει στη Σιουάν και τη Ληάνε, την αίσθηση ότι κάτι είχε κοπεί; Ήταν σίγουρη πως ήταν αληθινή, αν και αμυδρή. Μπορεί οι άνδρες κι οι γυναίκες να ήταν διαφορετικοί, αλλά ίσως... Φτάνει να της μιλήσω με κάποιον τρόπο. Θα καταλάβει ότι ο Ραντ θα ήταν σε καλύτερη θέση μαζί μας εδώ πέρα. Η Ηλαίην θα την ακούσει· η Ηλαίην νομίζει ότι η Εγκουέν ξέρει τον Ραντ καλύτερα απ’ όλους. Αυτό είναι. Κάτι κομμένο. Ήταν μόνο μια εντύπωση, μα ήταν το ίδιο, όπως στη Σιουάν και στη Ληάνε. Πώς μπορώ να τη βρω, λοιπόν; Μακάρι να ξαναεμφανιζόταν στα όνειρά μου. Πάω στοίχημα ότι μπορώ να την πείσω να έρθει με το μέρος μας. Οι τρεις μας θα τα καταφέρουμε πολύ καλύτερα με τον Ραντ. Μαζί, μπορούμε να του λέμε αυτά που θα μαθαίνουμε στον Τελ’αράν’ριοντ, να τον προλαβαίνουμε για να μην κάνει από την ξεροκεφαλιά του κανένα σφάλμα με τις Άες Σεντάι. Θα το καταλάβει αυτό. Κάτι σ’ αυτό το κόψιμο... Αν γεφυρωνόταν με Φωτιά και Πνεύμα, έτσι που...
Τα μάτια του Λογκαίν πλάτυναν λιγάκι, κι αυτό της έδειξε τι είχε κάνει. Η ανάσα σκάλωσε στο λαιμό της. Απομακρύνθηκε τόσο γοργά από κοντά του, που σκόνταψε στο φουστάνι της. «Νυνάβε», είπε η Ηλαίην, ενώ ανακάθιζε, «τι στο καλ—;» Πέρασε ένα καρδιοχτύπι κι η Νυνάβε ανακατεύθυνε όσο σαϊντάρ μπορούσε να κρατήσει σχηματίζοντας ασπίδα. «Πήγαινε βρες τη Σέριαμ», είπε βιαστικά. «Καμία άλλη εκτός από τη Σέριαμ. Πες της...» Πήρε μια βαθιά ανάσα που έμοιαζε να είναι η πρώτη που είχε ρουφήξει εδώ και ώρες· η καρδιά της χτυπούσε γοργά σαν άλογα που κάλπαζαν. «Πες της ότι Θεράπευσα τον Λογκαίν».