Выбрать главу

30

Να Ξαναθεραπεύσεις

Κάτι έσπρωξε την ασπίδα που είχε στερεώσει η Νυνάβε ανάμεσα στον Λογκαίν και την Αληθινή Πηγή, και δυνάμωσε ώσπου η ασπίδα λύγισε κι η ύφανσή της τρεμούλιασε κι ήταν έτοιμη να σχιστεί. Η Νυνάβε άφησε το σαϊντάρ να κυλήσει από μέσα της, με τη γλύκα του να φτάνει τα πρόθυρα του πόνου, διαβιβάζοντας κάθε ίνα στο Πνεύμα, στην ασπίδα. «Ηλαίην, πήγαινε!» Δεν την ένοιαζε αν η φωνή της είχε ακουστεί σαν σκούξιμο.

Η Ηλαίην, που το Φως ας έλαμπε πάνω της, δεν έχασε χρόνο με ερωτήσεις. Πήδηξε από την καρέκλα και χάθηκε τρέχοντας γοργά.

Ο Λογκαίν δεν είχε κουνήσει ούτε έναν μυ του. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στα μάτια της Νυνάβε· άστραφταν. Μα το Φως, ήταν μεγαλόσωμος. Η Νυνάβε έψαξε να βρει το μαχαίρι στη ζώνη της, κατάλαβε πόσο γελοίο ήταν αυτό —ο Λογκαίν σίγουρα μπορούσε να της το πάρει χωρίς να ιδρώσει περισσότερο απ’ όσο ίδρωνε ήδη· οι ώμοι του ήταν φαρδιοί όσο ψηλή ήταν η ίδια— κι έστειλε ένα μέρος της ύφανσής της ως Αέρα, δημιουργώντας δεσμά που τον ακινητοποίησαν από τα χέρια μέχρι τα πόδια. Ήταν ακόμα μεγαλόσωμος, μα ξαφνικά της φάνηκε πιο φυσιολογικός, πιο εύκολο να τον αντιμετωπίσει. Μόνο τότε της πέρασε από το νου ότι είχε λιγοστέψει τη δύναμη της ασπίδας. Αλλά δεν μπορούσε να διαβιβάσει ούτε σταγόνα περισσότερο· ήδη η... η απόλυτη χαρά της ζωής που ήταν το σαϊντάρ ήταν τόσο δυνατή μέσα της που της ερχόταν να ξεσπάσει σε δάκρυα. Ο Λογκαίν της χαμογέλασε.

Ένας Πρόμαχος πρόβαλε το κεφάλι του από την πόρτα, ένας μελαχρινός με γερακίσια μύτη και μια βαθιά, λευκή ουλή που ακολουθούσε τη γραμμή του λιπόσαρκου σαγονιού του. «Συμβαίνει τίποτα; Η άλλη Αποδεχθείσα έφυγε τρέχοντας λες κι είχε κάτσει πάνω σε τσουκνίδες».

«Όλα είναι υπό έλεγχο», του είπε εκείνη παγερά. Όσο πιο παγερά μπορούσε. Κανείς δεν έπρεπε να το μάθει —κανείς!— πριν η Νυνάβε μιλήσει με τη Σέριαμ, για να τη φέρει με τα νερά της. «Η Ηλαίην θυμήθηκε κάτι που είχε ξεχάσει». Ακούστηκε τόσο βλακώδες. «Μπορείς να μας αφήσεις. Είμαι απασχολημένη».

Ο Τερβάιλ —έτσι τον έλεγαν· Τερβάιλ Ντούρα, κι ήταν δεσμευμένος με την Μπεόνιν· για το Φως, τι σημασία είχε το όνομά του!— της έστειλε ένα σαρκαστικό χαμόγελο κι υποκλίθηκε κοροϊδευτικά πριν εξαφανιστεί. Οι Πρόμαχοι σπάνια άφηναν τις Αποδεχθείσες να προσποιούνται τις Άες Σεντάι.

Της ήρθε να γλείψει τα χείλη της, αλλά κρατήθηκε με κόπο. Περιεργάστηκε τον Λογκαίν. Εξωτερικά έδειχνε γαλήνιος, λες και δεν είχε αλλάξει τίποτα.

«Δεν υπάρχει λόγος γι’ αυτό, Νυνάβε. Νομίζεις ότι θα αποφάσιζα να επιτεθώ σ’ ένα χωριό όπου υπάρχουν εκατοντάδες Άες Σεντάι; Θα με έκαναν κομματάκια πριν προχωρήσω δυο βήματα».

«Μη μιλάς», του είπε εκείνη αυτόματα. Έψαξε στα τυφλά πίσω της, βρήκε μια καρέκλα και κάθισε κάτω, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από πάνω του. Μα το Φως, γιατί αργούσε η Σέριαμ; Η Σέριαμ έπρεπε να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για ατύχημα. Έπρεπε! Το μόνο που τη βοηθούσε να συνεχίζει τη διαβίβαση ήταν ο θυμός που ένιωθε για τον εαυτό της. Πώς είχε σταθεί τόσο απρόσεχτη, τόσο ηλίθια;

«Μη φοβάσαι», είπε ο Λογκαίν. «Δεν θα στραφώ εναντίον τους τώρα. Πετυχαίνουν αυτό που θέλω, είτε το ξέρουν είτε όχι. Το Κόκκινο Άτζα είναι τελειωμένο. Σ’ ένα χρόνο, δεν θα υπάρχει Άες Σεντάι που να τολμά να παραδεχτεί πως είναι Κόκκινη».

«Είπα, μη μιλάς!» τον αποπήρε. «Νομίζεις πιστεύω πως μισείς μόνο τις Κόκκινες;»

«Ξέρεις, είδα κάποτε έναν άνδρα που θα προκαλέσει μεγαλύτερες φασαρίες απ’ όσες έχω προκαλέσει ποτέ εγώ. Μπορεί να ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας· δεν ξέρω. Ήταν τότε που με περνούσαν από το Κάεμλυν μετά τη σύλληψη μου. Αυτός ήταν μακριά, μα είδα μια... μια λάμψη, κι ήξερε ότι θα σείσει τον κόσμο. Παρ’ όλο που ήμουν στο κλουβί, έβαλα τα γέλια».

Μετακινώντας ένα μικρό μέρος του Αέρα με τον οποίο τον συγκρατούσε, η Νυνάβε το έχωσε ανάμεσα στα σαγόνια του σαν φίμωτρο. Εκείνος έσμιξε τα φρύδια με άγριο θυμό, που χάθηκε μονομιάς, μα τη Νυνάβε δεν την ένοιαζε. Τώρα τον είχε δέσει για τα καλά. Ή τουλάχιστον... Ο Λογκαίν δεν είχε αποπειραθεί να παλέψει, αλλά ίσως αυτό να είχε συμβεί επειδή γνώριζε εξαρχής ότι η Νυνάβε θα κατάφερνε να τον παγιδεύσει. Ίσως. Αλλά πόσο δυνατά είχε επιχειρήσει να σπάσει την ασπίδα της; Εκείνη η ώθηση δεν είχε έρθει αργά, αλλά δεν ήταν και βιαστική. Ήταν σχεδόν σαν άνδρας που σφίγγει μυς τους οποίους δεν έχει χρησιμοποιήσει εδώ και καιρό, που σπρώχνει κάτι, όχι με σκοπό να το μετακινήσει αλλά μόνο από την ανάγκη να ξανανιώσει αυτούς τους μύες. Η σκέψη έκανε έφερε μια παγωνιά στην κοιλιά της.