Με εξοργιστικό τρόπο τα μάτια του Λογκαίν μισόκλεισαν σαν να έβλεπε κάτι αστείο, θαρρείς σαν να ήξερε τι σκέψεις περνούσαν από το νου της. Καθόταν εκεί με το στόμα να χάσκει σαν χαζός, δεμένος και θωρακισμένος, αλλά έδειχνε να διατηρεί όλη του την άνεση. Μα πώς είχε φανεί τόσο ηλίθια; Δεν της άξιζε να γίνει Άες Σεντάι, αν ο φραγμός της κατέρρεε αυτή τη στιγμή. Δεν της άξιζε να κυκλοφορεί έξω μόνη της. Έπρεπε να πουν στη Μπιργκίτε να την προσέχει μήπως σκόνταφτε στο χώμα διασχίζοντας το δρόμο.
Δεν ήταν σκόπιμο, όμως επιτιμώντας τον εαυτό της ο θυμός της συνέχισε να σιγοβράζει ώσπου η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Δεν ήταν η Ηλαίην.
Η Σέριαμ ακολούθησε μέσα τη Ρομάντα, με τη Μυρέλ και τη Μόρβριν και την Τακίμα κατά πόδας, κι ύστερα τη Λελαίν και τη Τζάνυα, τη Ντελάνα και τη Μπάραταϊν και τη Μπεόνιν, κι άλλες, που χώθηκαν μέσα και πλημμύρισαν το δωμάτιο. Η Νυνάβε είδε κι άλλες έξω από την πόρτα, η οποία δεν είχε χώρο για να κλείσει. Αυτές που ήταν μέσα την κοίταζαν, αυτήν και την ύφανσή της, με τόση προσήλωση που ξεροκατάπιε κι ο θυμός της εξανεμίστηκε. Και, φυσικά, το ίδιο έκανε κι η θωράκιση και τα δεσμά που κρατούσαν τον Λογκαίν.
Πριν προλάβει η Νυνάβε να ζητήσει από κάποια να τον θωρακίσει ξανά, η Νισάο ήρθε και στάθηκε μπροστά της. Παρ’ όλο που η Νισάο ήταν κοντή, κατάφερε να ορθωθεί επιβλητικά από πάνω της. «Τι βλακείες λες ότι τον Θεράπευσες;»
«Αυτό λέει ότι έκανε;» Ο Λογκαίν κατάφερε να δείξει έκπληξη.
Η Βάριλιν στριμώχτηκε δίπλα στη Νισάο. Η λιγνή κοκκινομάλλα Γκρίζα ορθωνόταν επιβλητική επειδή ήταν εξίσου ψηλή με τον Λογκαίν. «Το φοβήθηκα αυτό όταν άρχισαν όλοι να την παραχαϊδεύουν για τις ανακαλύψεις της. Όταν τελείωσαν, το παραχάιδεμα σταμάτησε, κι έτσι σίγουρα θα ισχυριζόταν κάποια εξωφρενικά πράγματα για να το ξαναποκτήσει».
«Ήταν επειδή την αφήσαμε να ασχολείται με τη Σιουάν και τη Ληάνε», είπε σταθερά η Ρομάντα. «Και μ’ αυτόν από δω. Έπρεπε να της πούμε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν Θεραπεύονται, τελεία και παύλα!».
«Μα τον Θεράπευσα!» διαμαρτυρήθηκε η Νυνάβε. «Αλήθεια! Θωρακίστε τον, σας παρακαλώ. Σας παρακαλώ, πρέπει!» Οι Άες Σεντάι μπροστά της γύρισαν να κοιτάξουν τον Λογκαίν, ανοίγοντας ίσα-ίσα όσο χώρο χρειαζόταν για να τον δει κι η ίδια. Αυτός δέχθηκε τα επίμονα βλέμματα τους με ανέκφραστη όψη. Και μάλιστα ανασήκωσε τους ώμους!
«Νομίζω ότι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τον θωρακίσουμε μέχρι να είμαστε απολύτως σίγουρες», υπέδειξε η Σέριαμ. Η Ρομάντα ένευσε και μια ασπίδα εμφανίστηκε, αρκετά δυνατή για να κρατήσει γίγαντα καθώς η λάμψη του σαϊντάρ αγκάλιαζε σχεδόν όλες τις γυναίκες που ήταν στο δωμάτιο. Η Ρομάντα επανέφερε εν μέρει την τάξη αναθέτοντας ονομαστικά σε έξι γυναίκες να διατηρήσουν μια μικρότερη αλλά επαρκή ασπίδα.
Το χέρι της Μυρέλ έσφιξε το μπράτσο της Νυνάβε. «Μας συγχωρείς, Ρομάντα, αλλά πρέπει να μιλήσουμε μόνες με τη Νυνάβε».
Η Σέριαμ την έπιασε από το άλλο μπράτσο. «Καλύτερα να μην το καθυστερούμε πολύ».
Η Ρομάντα ένευσε αφηρημένα. Κοίταζε τον Λογκαίν συνοφρυωμένη. Την ίδια έκφραση είχαν κι οι περισσότερες Άες Σεντάι· καμία τους δεν έφευγε.
Η Σέριαμ κι η Μυρντράαλ σήκωσαν όρθια τη Νυνάβε και την έσυραν κακήν-κακώς στην πόρτα.
«Μα τι κάνετε;» ρώτησε αυτή επιτακτικά, ξέπνοα. «Πού με πάτε;» Έξω, στριμώχτηκαν και διέσχισαν το πλήθος των Άες Σεντάι, που πολλές την κοίταζαν αυστηρά, σχεδόν κατηγορηματικά. Προσπέρασαν την Εγκουέν, η οποία της χαμογέλασε απολογητικά. Η Νυνάβε κοίταζε πάνω από τον ώμο της καθώς οι δύο Άες Σεντάι την παράσερναν τόσο γρήγορα που ολοένα σκόνταφτε. Όχι ότι περίμενε να τη βοηθήσει η Ηλαίην, αλλά ίσως να ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπε. Η Μπεόνιν κάτι είπε στην Ηλαίην, η οποία έφυγε τρεχάτη μέσα στο πλήθος. «Τι θα μου κάνετε;» βόγκηξε η Νυνάβε.
«Θα μπορούσαμε να σε βάλουμε να πλένεις κατσαρόλες για όλη σου τη ζωή», είπε η Σέριαμ με ήρεμο τόνο.
Η Μυρέλ ένευσε. «Μπορεί να δουλεύεις στα μαγειρεία όλη μέρα».
«Θα μπορούσαμε αντιθέτως να σε δέρνουμε με βίτσες κάθε μέρα».
«Να σου αργάσουμε το τομάρι».
«Να σε κλείσουμε σε βαρέλι και να σε ταΐζουμε από το άνοιγμα της κάνουλας».
«Αλλά μόνο χυλό. Μπαγιάτικο χυλό».
Τα γόνατα της Νυνάβε λύγισαν. «Ήταν κατά λάθος! Το ορκίζομαι! Δεν το έκανα σκόπιμα!»
Η Σέριαμ την τράνταξε χωρίς να βραδύνει καθόλου το βήμα της. «Μην είσαι χαζή, παιδί μου. Ίσως να πέτυχες το ακατόρθωτο».