«Με πιστεύεις; Με πιστεύεις! Γιατί δεν είπες τίποτα όταν η Νισάο κι η Βάριλιν και — Γιατί δεν είπες τίποτα;»
«Είπα “ίσως”, παιδί μου». Ο τόνος της Σέριαμ ήταν τόσο συγκρατημένος που ήταν απογοητευτικό.
«Ένα άλλο ενδεχόμενο», είπε η Μυρέλ, «είναι ότι το μυαλό σου πρήστηκε από το άγχος». Κοίταξε τη Νυνάβε μισοκλείνοντας τα μάτια. «Θα ξαφνιαζόσουν αν μάθαινες πόσες Αποδεχθείσες, ακόμα και μαθητευόμενες, ισχυρίζονται πως ανακάλυψαν ξανά ένα χαμένο Ταλέντο ή πως βρήκαν κάποιο καινούριο. Όταν ήμουν μαθητευόμενη, μια Αποδεχθείσα ονόματι Έτσικο ήταν τόσο πεπεισμένη ότι ήξερε να πετάξει, ώστε πήδηξε από την κορυφή του Πύργου».
Με το κεφάλι να στριφογυρίζει, η Νυνάβε κοίταξε πρώτα τη μια γυναίκα και μετά την άλλη. Την πίστευαν ή δεν την πίστευαν; Άραγε πίστευαν στ’ αλήθεια ότι της είχε σαλέψει; Τι στο Φως θα μου κάνουν; Προσπάθησε να βρει λόγια για να τις πείσει —ούτε έλεγε ψέματα, ούτε ήταν τρελή· στ’ αλήθεια είχε Θεραπεύσει τον Λογκαίν— αλλά το στόμα της ακόμα ανοιγόκλεινε χωρίς να βγάζει ήχο όταν την έχωσαν στο Μικρό Πύργο.
Όταν μπήκαν σε ένα χώρο που άλλοτε ήταν ιδιωτική τραπεζαρία, έναν μακρύ θάλαμο όπου τώρα υπήρχε ένα μακρόστενο τραπέζι με καρέκλες κοντά σε έναν τοίχο, μόνο τότε συνειδητοποίησε η Νυνάβε ότι είχαν αποκτήσει συνοδεία. Πάνω από δώδεκα Άες Σεντάι μπήκαν στο κατόπι τους: η Νισάο που είχε τα χέρια σταυρωμένα σφιχτά κάτω από το στήθος της, η Νταγκντάρα που πρόβαλλε το πηγούνι της σαν να σκόπευε να τρυπήσει τοίχο, η Σανέλ κι η Θέρβα και... Όλες του Κίτρινου Άτζα, με εξαίρεση τη Σέριαμ και τη Μυρέλ. Το τραπέζι παρέπεμπε σε αίθουσα δικαστηρίου· η σειρά των βλοσυρών προσώπων έδειχναν δίκη. Η Νυνάβε ξεροκατάπιε.
Η Σέριαμ κι η Μυρέλ την άφησαν να στέκεται όρθια και προχώρησαν στο τραπέζι για να διαβουλευθούν χαμηλόφωνα, με τις πλάτες γυρισμένες στη Νυνάβε. Όταν ξαναγύρισαν, οι εκφράσεις τους δεν φανέρωναν τίποτα.
«Ισχυρίζεσαι πως Θεράπευσες τον Λογκαίν». Υπήρχε μια δόση περιφρόνησης στη φωνή της Σέριαμ. «Ισχυρίζεσαι πως Θεράπευσες έναν ειρηνεμένο άνδρα».
«Πρέπει να με πιστέψετε», διαμαρτυρήθηκε η Νυνάβε. «Είπες ότι με πιστεύατε». Αναπήδησε καθώς κάτι αόρατο τη χτύπησε δυνατά στους γοφούς.
«Μην ξεχνάς πού βρίσκεσαι, Αποδεχθείσα», είπε ψυχρά η Σέριαμ. «Αυτός είναι ο ισχυρισμός σου;»
Η Νυνάβε την κάρφωσε με το βλέμμα. Η Σέριαμ ήταν η τρελή, που μια τα έλεγε έτσι και μια αλλιώς. Πάντως κατάφερε να προφέρει με σεβασμό, «Μάλιστα, Άες Σεντάι». Η Νταγκντάρα ξεφύσηξε μ’ έναν ήχο σαν μουσαμάς που σχιζόταν.
Η Σέριαμ έκανε νόημα για να σιγάσει το μουρμουρητό των Κίτρινων. «Λες επίσης ότι το έκανες κατά λάθος. Αν συνέβη αυτό, τότε υποθέτω ότι δεν υπάρχει περίπτωση να το αποδείξεις επαναλαμβάνοντάς το».
«Μα πώς θα μπορούσε;» είπε η Μυρέλ, έτοιμη να γελάσει. Να γελάσει! «Αν το ανακάλυψε ψάχνοντας στα κουτουρού, πώς είναι δυνατόν να το ξανακάνει; Μα αυτό δεν έχει σημασία, εκτός αν όντως το έκανε».
«Απάντησέ μου!» τη μάλωσε η Σέριαμ κι η αόρατη βέργα ξαναχτύπησε τη Νυνάβε. Αυτή τη φορά κατάφερε να μην πεταχτεί. «Υπάρχει περίπτωση να θυμηθείς έστω και μέρος αυτού που έκανες;»
«Το θυμάμαι, Άες Σεντάι», είπε μουτρωμένη, και σφίχτηκε, έτοιμη να δεχθεί κι άλλο χτύπημα. Το οποίο δεν ήρθε, αλλά η Νυνάβε έβλεπε τη λάμψη του σαϊντάρ γύρω από τη Σέριαμ. Η λάμψη φαινόταν απειλητική.
Ακούστηκε αναταραχή στην πόρτα, κι η Καρλίνυα μαζί με την Μπεόνιν πέρασαν τη σειρά των Κίτρινων αδελφών· η μια έσπρωχνε τη Σιουάν μπροστά της κι η άλλη τη Ληάνε. «Δεν ήθελαν να έρθουν», δήλωσε η Μπεόνιν με αγανακτισμένο τόνο. «Αν είναι δυνατόν, προσπάθησαν να μας πείσουν ότι έχουν δουλειά». Η Ληάνε ήταν ανέκφραστη σαν τις άλλες Άες Σεντάι, όμως η Σιουάν έριχνε βλοσυρές, θυμωμένες ματιές προς όλες, κι ειδικά προς τη Νυνάβε.
Τελικά, η Νυνάβε το κατάλαβε. Τελικά, όλα βρήκαν το νόημά τους. Η παρουσία των Κίτρινων αδελφών. Η Σέριαμ κι η Μυρέλ που στην αρχή το πίστευαν, μετά δεν το πίστευαν, που την απειλούσαν, που τη μάλωναν. Όλα αυτά γίνονταν σκοπίμως, για να την κάνουν να θυμώσει αρκετά ώστε να κάνει τη Θεραπεία στη Σιουάν και τη Ληάνε, για να αποδείξει τον εαυτό της στις Κίτρινες. Όχι. Κρίνοντας από τα πρόσωπά τους, ήταν εδώ για να τη δουν να αποτυγχάνει, όχι να πετυχαίνει. Η Νυνάβε δεν προσπάθησε να κρύψει το γερό τράβηγμα που έδωσε στην πλεξούδα της. Την ξανατράβηξε μάλιστα, μη τυχόν κι είχε διαφύγει από την προσοχή κάποιας. Της ερχόταν να τις χαστουκίσει όλες. Ήθελε να τις ποτίσει ένα σκεύασμα από βότανα που θα τις έκανε να κάτσουν στο πάτωμα και να κλάψουν σαν μωρά από τη μυρωδιά και μόνο. Ήθελε να ξεριζώσει τα μαλλιά τους τρίχα-τρίχα και να τις πνίξει μ’ αυτά, να—
«Είμαι υποχρεωμένη να ανεχθώ αυτές τις ανοησίες;» μούγκρισε η Σιουάν. «Έχω σημαντικές δουλειές να κάνω, αλλά ακόμα κι αν ήταν απλώς να ψαρέψω, θα ήταν πιο σημαντ—»