Выбрать главу

Η Μυρέλ της χάιδεψε το μπράτσο. «Μια χαρά τα πήγες», μουρμούρισε. «Μη σκας· μετά θα σε λούσουν με επαίνους. Αυτή τη στιγμή είναι ακόμα κλονισμένες».

Η Νυνάβε ξεφύσησε δυνατά, μα καμία Κίτρινη δεν έδειξε να την προσέχει. «Αυτό ελπίζω να σημαίνει ότι δεν χρειάζεται πια να τρίβω κατσαρόλες».

Η Σέριαμ γύρισε απότομα το κεφάλι με μια έκφραση έκπληξης. «Μα, παιδί μου, τι σου έδωσε αυτή την εντύπωση;» Ακόμα κρατούσε με το ένα χέρι αγκαλιά τη Σιουάν, η οποία σκούπιζε τα μάτια της με ένα δαντελένιο μαντιλάκι, με έκδηλη ντροπή. «Αν μπορούσε κανείς να καταπατά όποιον κανόνα ήθελε, να έκανε ό,τι ήθελε, και μετά να γλίτωνε από την τιμωρία κάνοντας σε αντιστάθμισμα κάτι καλό, τότε ο κόσμος θα βυθιζόταν στο χάος».

Η Νυνάβε αναστέναξε βαριά. Έπρεπε να το είχε καταλάβει.

Η Νισάο ξεχώρισε από τις υπόλοιπες Κίτρινες, ξερόβηξε, και προσπερνώντας τη Νυνάβε της έριξε μια άγρια ματιά, που μόνο κατηγορηματική μπορούσες να τη χαρακτηρίσεις. «Αυτό υποθέτω σημαίνει ότι πρέπει πάλι να ειρηνέψουμε τον Λογκαίν». Έδειχνε σαν να ήθελε να αρνηθεί όσα είχαν συμβεί.

Οι άλλες ένευσαν, και τότε μίλησε η Καρλίνυα, κι ήταν σαν να μαχαίρωνε το δωμάτιο ένα κομμάτι πάγου. «Μπορούμε;» Όλα τα βλέμματα στράφηκαν πάνω της, μα εκείνη συνέχισε γαλήνια, ψυχρά. «Από ηθικής πλευράς, μπορούμε να υποστηρίζουμε έναν άνδρα που διαβιβάζει, έναν άνδρα που προσπαθεί να συγκεντρώσει κοντά του κι άλλους άνδρες με την ίδια ικανότητα, ενώ ταυτοχρόνως θα συνεχίζουμε όπως και πριν, ειρηνεύοντας όσους βρίσκουμε; Πρακτικά μιλώντας, τι αποτέλεσμα θα έχει αυτό πάνω του όταν το μάθει; Μπορεί να μας προκαλεί ενόχληση, αλλά, όπως έχει η κατάσταση, θα μας δει σαν κάτι διαφορετικό από τον Πύργο, και, το σημαντικότερο, διαφορετικό από την Ελάιντα και το Κόκκινο Άτζα. Αν ειρηνέψουμε έστω κι έναν άνδρα, ίσως χάσουμε αυτή τη διαφορά, και μαζί της την ευκαιρία που έχουμε να ασκήσουμε επιρροή πάνω του πριν τον προλάβει η Ελάιντα».

Όταν σταμάτησε να μιλά, στο δωμάτιο επικράτησε σιωπή. Οι Άες Σεντάι αντάλλαξαν προβληματισμένες ματιές, και το βλέμμα που είχε ρίξει προηγουμένως η Νισάο στη Νυνάβε φαινόταν επαινετικό σε σύγκριση μ’ αυτά που έπεφταν τώρα πάνω της. Είχαν πεθάνει αδελφές προκειμένου να συλληφθεί ο Λογκαίν, κι ακόμα κι αν τον ξαναθωράκιζαν και τον κρατούσαν ασφαλή η Νυνάβε είχε επαναφέρει το πρόβλημα, κι ακόμα χειρότερο.

«Νομίζω πως πρέπει να φύγεις», είπε μαλακά η Σέριαμ.

Η Νυνάβε δεν σκέφτηκε να διαφωνήσει. Έκλινε το γόνυ όσο πιο γρήγορα και προσεκτικά μπορούσε, κι έβαλε τα δυνατά της για να μην τρέξει καθώς έφευγε.

Έξω, η Ηλαίην σηκώθηκε από το πέτρινο πεζούλι. «Συγγνώμη, Νυνάβε», είπε, ξεσκονίζοντας το φουστάνι της. «Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη που τα ξεφούρνισα όλα στη Σέριαμ πριν καταλάβω ότι ήταν μπροστά η Ρομάντα κι η Ντελάνα».

«Δεν έχει σημασία», είπε βαριά η Νυνάβε, καθώς προχωρούσε στο πλήθος. «Κάποια στιγμή θα μαθευόταν». Όμως δεν ήταν δίκαιο. Έκανα κάτι που έλεγαν ότι δεν γίνεται, και πάλι πρέπει να πλένω κατσαρόλες! «Ηλαίην, δεν ξέρω τι λες· πρέπει να φύγουμε. Η Καρλίνυα έλεγε να “επηρεάσουν” τον Ραντ. Αυτό το τσούρμο εδώ δεν θα είναι καλύτερο από την Ελάιντα. Ο Θομ ή ο Τζούιλιν θα μας βρουν άλογα κι η Μπιργκίτε ας πάει να δαγκώσει τον αγκώνα της».

«Φοβάμαι πως είναι πολύ αργά», είπε δυστυχισμένα η Ηλαίην. «Το νέο έχει αρχίσει να διαδίδεται».

Η Λαρίσα Λύντελ κι η Ζενάρ Γκόνταρ πλησίασαν τη Νυνάβε από αντίθετες κατευθύνσεις σαν γεράκια. Η Λαρίσα ήταν κοκαλιάρα κι ασχημούλα, χαρακτηριστικό το οποίο σχεδόν δέσποζε στην αγέραστη όψη των Άες Σεντάι, ενώ η Ζενάρ ήταν παχουλή, με υπεροψία που έφτανε για δύο βασίλισσες, όμως κι οι δύο έδειχναν προσμονή κι ενθουσιασμό στο πρόσωπό τους. Ήταν του Κίτρινου Άτζα, αν και δεν ήταν ούτε η μια, ούτε η άλλη στο δωμάτιο όπου η Νυνάβε είχε Θεραπεύσει τη Σιουάν και τη Ληάνε.

«Θέλω να σε δω να το ξανακάνεις βήμα-βήμα, Νυνάβε», είπε η Λαρίσα, πιάνοντάς την από το ένα μπράτσο.

«Νυνάβε», είπε η Ζενάρ, πιάνοντάς την από το άλλο, «πάω στοίχημα ότι θα βρούμε εκατό πράγματα που δεν σου έχουν περάσει από το νου, αν επαναλάβεις αρκετές φορές την ύφανση».

Η Σαλίτα Τορέηνς, μια Δακρυνή που φαινόταν μελαψή όσο κι οι Θαλασσινοί, ξεπρόβαλε θαρρείς ουρανοκατέβατη. «Βλέπω ότι υπάρχουν κι άλλες μπροστά μου. Που να καεί η ψυχή μου, δεν θα κάτσω κιόλας στην ουρά».

«Εγώ ήμουν πρώτη, Σαλίτα», είπε σταθερά η Ζενάρ. Και δυνάμωσε τη λαβή της.

«Εγώ ήμουν πρώτη», είπε η Λαρίσα, σφίγγοντας τη δική της.

Η Νυνάβε έριξε μια ματιά απόλυτης φρίκης στην Ηλαίην, δέχθηκε σε απάντηση τη συμπόνια της, και την είδε να ανασηκώνει τους ώμους. Αυτό εννοούσε η Ηλαίην λέγοντας ότι ήταν πολύ αργά. Από δω κι έπειτα, η Νυνάβε δεν θα είχε ούτε μιας στιγμής ησυχία.