«...θυμωμένη;» έλεγε η Ζενάρ. «Έχω έτοιμους πενήντα τρόπους για να γίνει πυρ και μανία από το θυμό».
«Εγώ ξέρω εκατό», είπε η Λαρίσα. «Το να σπάσω το φραγμό της θα γίνει το μοναδικό μου μέλημα».
Η Μάγκλα Νταρόνος χώθηκε στην καρδιά της ομάδας, ανοίγοντας δρόμο με τους πλατιούς ώμους της. Έμοιαζε σαν η δουλειά της να ήταν να κραδαίνει το σπαθί, ή το σφυρί του σιδερά. «Εσύ θα τον σπάσεις, Λαρίσα; Χα! Έχω ήδη έτοιμους αρκετούς τρόπους με το μυαλό μου για να της τον αποσπάσω».
Της Νυνάβε της ήρθε να τσιρίξει.
Η Σιουάν μετά βίας κατάφερε να μην αγκαλιάσει το σαϊντάρ και να το κρατήσει, αλλά της φάνηκε ότι θα ξανάβαζε τα κλάματα. Αυτό δεν θα ήταν σωστό. Εκτός αυτού, οι γυναίκες που είχαν μαζευτεί πλήθος γύρω της στην αίθουσα αναμονής θα το θεωρούσαν ξέσπασμα κάποιας ανόητης μαθητευόμενης. Κάθε έκφραση θαυμασμού κι αγαλλίασης, κάθε θερμό καλωσόρισμα, λες κι έλειπε χρόνια, τα ένιωθε σαν βάλσαμο, ειδικά όταν προέρχονταν από εκείνες που ήταν φίλες της πριν γίνει Άμερλιν, πριν τις απομακρύνουν από κοντά της το καθήκον κι ο χρόνος. Η Λελαίν κι η Ντελάνα την αγκάλιασαν με τρόπο που δεν την είχαν αγκαλιάσει εδώ και χρόνια. Η Μουαραίν ήταν η μόνη κοντινή της, η μόνη εκτός από τη Ληάνε την οποία είχε καταφέρει να κρατήσει φίλη όταν είχε φορέσει το επιτραχήλιο, και το καθήκον είχε συντελέσει να μείνουν κοντά.
«Είναι ωραίο που σε ξανάχουμε κοντά μας», γέλασε η Λελαίν.
«Πολύ ωραίο», μουρμούρισε με θέρμη η Ντελάνα.
Η Σιουάν γέλασε και χρειάστηκε να σκουπίσει τα δάκρυα από τα μάγουλά της. Μα τι στο Φως είχε πάθει; Από παιδί είχε να κλάψει τόσο ελεύθερα!
Ίσως ήταν η αγαλλίαση, από το σαϊντάρ που είχε επανακτήσει, από όλη τη θέρμη γύρω της. Μα το Φως, όλα αυτά μαζί μπορούσαν να σε καταβάλουν. Δεν είχε τολμήσει να ονειρευτεί ότι θα ’ρχόταν ποτέ αυτή η μέρα, και τώρα που είχε έρθει, δεν τις κατέκρινε για ό,τι είχε προηγηθεί, ούτε για την ψυχρότητα και την απόσταση, ούτε για την επιμονή τους να μην ξεχνά τη θέση της. Η γραμμή μεταξύ Άες Σεντάι και μη Άες Σεντάι ήταν ξεκάθαρη —είχε επιμείνει σ’ αυτό πριν τη σιγανέψουν, κι ήταν αυτονόητο ότι θα επέμενε πάλι— κι ήξερε πώς έπρεπε να αντιμετωπίζονται οι σιγανεμένες γυναίκες για το καλό τους και το καλό εκείνων που μπορούσαν ακόμα να διαβιβάσουν. Πώς έπρεπε να αντιμετωπίζονται στο παρελθόν. Ήταν παράξενο που αυτό δεν θα ξανασυνέβαινε ποτέ πια.
Με την άκρη του ματιού είδε τον Γκάρεθ Μπράυν να ανεβαίνει τρέχοντας τα σκαλιά από το πλάι του δωματίου. «Με συγχωρείτε μια στιγμή», είπε, και τον ακολούθησε βιαστικά.
Βιαστικά, σήμαινε ότι κοντοστεκόταν κάθε δύο βήματα για να δεχθεί κι άλλα συγχαρητήρια, ως τη σκάλα, κι έτσι τον πρόφτασε μόνο όταν ο Γκάρεθ προχωρούσε με μεγάλες δρασκελιές σε ένα διάδρομο του πρώτου ορόφου. Χίμηξε μπροστά και στάθηκε μπροστά του. Τα σχεδόν ολόγκριζα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα από τον άνεμο, το τετράγωνο πρόσωπό του και το φθαρμένο ωχροκίτρινο σακάκι του είχαν γεμίσει σκόνη. Έμοιαζε στιβαρός σαν πέτρα.
Υψώνοντας ένα μάτσο χαρτιά, της είπε, «Πρέπει να τα αφήσω μέσα, Σιουάν», κι έκανε να την προσπεράσει.
Εκείνη του έφραξε το δρόμο. «Θεραπεύτηκα. Μπορώ να διαβιβάσω πάλι».
Αυτός ένευσε· απλώς ένευσε! «Κάτι άκουσα να λένε. Φαντάζομαι, δηλαδή, ότι από δω και πέρα θα καθαρίζεις τα πουκάμισά μου διαβιβάζοντας. Ίσως τώρα να γίνονται πραγματικά καθαρά. Λυπήθηκα που άφησα τη Μιν να φύγει χωρίς αντίρρηση».
Η Σιουάν έμεινε να τον κοιτάζει. Ο άνθρωπος δεν ήταν βλάκας. Γιατί, άραγε, έκανε ότι δεν καταλαβαίνει; «Είμαι πάλι Άες Σεντάι. Στ’ αλήθεια περιμένεις από μια Άες Σεντάι να σου βάζει μπουγάδα;»
Για να υπογραμμίσει τα λεγόμενά της, αγκάλιασε το σαϊντάρ —ρίγησε, τόσο πολύ της είχε λείψει αυτή η γλύκα— και, τυλίγοντάς τον με ροές Αέρα, τον σήκωσε. Προσπάθησε να τον σηκώσει. Χάσκοντας, άντλησε κι άλλο, έβαλε τα δυνατά της, ώσπου ένιωσε τη γλύκα να την τρυπά σαν χίλια αγκίστρια. Οι μπότες του δεν υψώθηκαν ούτε πόντο από το πάτωμα.
Ήταν αδύνατον. Ήταν, βέβαια, αλήθεια πως αυτή η απλή πράξη, το να σηκώσεις κάτι ψηλά, ήταν από τα πλέον δύσκολα πράγματα που μπορούσες να κάνεις με τη διαβίβαση, αλλά η Σιουάν μπορούσε να σηκώσει σχεδόν το τριπλάσιο του βάρους της.
«Πες μου, έπρεπε να εντυπωσιαστώ τώρα», είπε γαλήνια ο Γκάρεθ, «ή να φοβηθώ; Η Σέριαμ κι οι φίλες της έδωσαν το λόγο τους, η Αίθουσα έδωσε το λόγο της, και, το σημαντικότερο, έδωσες εσύ το λόγο σου, Σιουάν. Δεν θα σε άφηνα να μου φύγεις ακόμα κι αν ήσουν πάλι Άμερλιν. Σταμάτα λοιπόν αυτό που έκανες, αλλιώς, όταν ξεφύγω, θα σε βάλω στο γόνατό μου και θα σε αρχίσω στις ξυλιές γι’ αυτά τα παιδιαρίσματα. Σπανίως παιδιαρίζεις, μη νομίζεις, λοιπόν, ότι θα σου επιτρέψω να αρχίσεις τώρα».