Σχεδόν ζαλισμένη, η Σιουάν άφησε την Πηγή. Όχι λόγω της απειλής του —ήταν ικανός να το κάνει· το είχε κάνει άλλοτε· αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος— κι όχι από το σοκ που δεν μπορούσε να τον σηκώσει. Τα δάκρυα απειλούσαν να αναβλύσουν από μέσα της σαν σιντριβάνι· έλπισε ότι θα σταματούσαν αν άφηνε το σαϊντάρ. Μερικά, όμως, κύλησαν στα μάγουλά της, παρ’ όλο που ανοιγόκλεισε τα μάτια δυνατά.
Ο Γκάρεθ της είχε πιάσει το πρόσωπο με τα δύο χέρια πριν αυτή καταλάβει την κίνησή του. «Μα το Φως, γυναίκα, μη μου πεις ότι σε φόβισα. Δεν νομίζω ότι θα φοβόσουν ακόμα κι αν σε πετούσαν σε έναν λάκκο με ένα κοπάδι λεοπαρδάλεις».
«Δεν φοβήθηκα», είπε εκείνη μουδιασμένα. Ωραία· μπορούσε ακόμα να λέει ψέματα. Μέσα της τα δάκρυα μαζεύονταν.
«Πρέπει να βρούμε τρόπο να μην είμαστε συνεχώς στα μαχαίρια μεταξύ μας», είπε εκείνος ήρεμα.
«Δεν χρειάζεται να βρούμε τίποτα». Πλησίαζαν. Πλησίαζαν. Μα το Φως, δεν μπορούσε να τον αφήσει να τα δει. «Άφησέ με ήσυχη, σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ, φύγε». Ως εκ θαύματος, ο Γκάρεθ δίστασε μόνο μια στιγμή κι ύστερα έκανε αυτό που του είχε ζητήσει.
Ενώ άκουγε τις μπότες του πίσω της, κατάφερε να περάσει η γωνία και να βγει στη διασταύρωση των διαδρόμων πριν σπάσει το φράγμα, κι έπεσε στα γόνατα κλαίγοντας θρηνητικά. Τώρα ήξερε τι ήταν. Ο Άλρικ, ο Πρόμαχος της. Ο νεκρός Πρόμαχός της, που είχε δολοφονηθεί όταν την είχε καθαιρέσει η Ελάιντα. Η Σιουάν μπορούσε να πει ψέματα —οι Τρεις Όρκοι ούτε τώρα υπήρχαν— αλλά είχε ξαναξυπνήσει ένα μέρος του δεσμού της με τον Άλρικ, του δεσμού της σάρκας με τη σάρκα και του μυαλού με το μυαλό. Ο πόνος του θανάτου του, ο πόνος που πρώτα τον είχε κρύψει το σοκ των προθέσεων της Ελάιντα κι ύστερα τον είχε θάψει το σιγάνεμά της, τώρα ξεχείλιζε μέσα της. Ζαρωμένη στον τοίχο, κλαίγοντας με αναφιλητά, χάρηκε που δεν την έβλεπε ο Γκάρεθ. Δεν προλαβαίνω να τον ερωτευτώ, που να καεί!
Η σκέψη ήταν σαν να της είχαν ρίξει κατάμουτρα ένα κουβά κρύο νερό. Ο πόνος παρέμεινε, όμως τα δάκρυα σταμάτησαν, κι η Σιουάν σηκώθηκε όρθια με κόπο. Έρωτας; Αυτό ήταν εξίσου απίστευτο με το... το... Δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι αρκετά απίστευτο. Αυτός ο άνδρας ήταν απίστευτος!
Ξαφνικά κατάλαβε ότι η Ληάνε στεκόταν δυο βήματα παραπέρα, παρακολουθώντας την. Η Σιουάν έκανε μια προσπάθεια να σκουπίσει τα δάκρυα από το πρόσωπό της και μετά τα παράτησε. Στο πρόσωπο της Ληάνε υπήρχε μονάχα συμπόνια. «Πώς τα έβγαλες πέρα με το... θάνατο του Άντζεν;» Αυτό είχε συμβεί πριν από δεκαπέντε χρόνια.
«Έκλαψα», είπε η Ληάνε. «Επί ένα μήνα κρατιόμουν τη μέρα και περνούσα τη νύχτα τρέμοντας και κλαίγοντας μαζεμένη κουβάρι στο κέντρο του κρεβατιού μου. Είχα κάνει τα σεντόνια κουρέλια. Τους τρεις μήνες που ακολούθησαν, ένιωθα τα μάτια μου να βουρκώνουν εκεί που δεν το περίμενα. Πέρασε ένας χρόνος μέχρι να πάψω να πονάω. IV αυτό δεν δέσμευσα άλλον. Δεν πίστευα ότι θα άντεχα να το ξαναζήσω. Αλλά περνάει, Σιουάν». Από κάπου βρήκε ένα ζαβολιάρικο χαμόγελο. «Τώρα νομίζω ότι θα μπορούσα να έχω δυο ή τρεις Προμάχους, αν όχι τέσσερις».
Η Σιουάν ένευσε. Μπορούσε να κλαίει τα βράδια. Όσο για τον άτιμο τον Γκάρεθ Μπράυν... Δεν υπήρχε «όσο για». Δεν υπήρχε! «Νομίζεις ότι είναι έτοιμες;» Κάτω είχαν λίγες στιγμές μόνο στη διάθεσή τους για να σκεφτούν. Το αγκίστρι έπρεπε να χωθεί ή γρήγορα ή καθόλου.
«Ίσως. Δεν είχα αρκετό χρόνο. Κι έπρεπε να προσέχω». Η Ληάνε κοντοστάθηκε. «Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να το υποστείς, Σιουάν; Αυτό αλλάζει όσα σχέδια κάναμε, την τελευταία στιγμή, και... Δεν είμαι τόσο δυνατή όσο τότε, Σιουάν, ούτε κι εσύ. Οι περισσότερες γυναίκες εδώ μπορούν να διαβιβάσουν περισσότερο από μας, τώρα. Μα το Φως, νομίζω ότι το ίδιο μπορούν και μερικές Αποδεχθείσες, χωρίς να μετρήσουμε την Ηλαίην και τη Νυνάβε».
«Το ξέρω», είπε η Σιουάν. Έπρεπε να το ρισκάρουν. Το άλλο σχέδιο ήταν ένα προσωρινό μέτρο, επειδή η ίδια δεν ήταν πια Άες Σεντάι. Αλλά τώρα ήταν πάλι Άες Σεντάι κι είχε καθαιρεθεί μόνο χάρη στην προσχηματική επίκληση των νόμων του Πύργου. Αν η Σιουάν ήταν πάλι Άες Σεντάι, δεν ήταν πάλι Άμερλιν;
Ορθώνοντας το ανάστημά της, πήγε να πολεμήσει με την Αίθουσα.
Ξαπλωμένη στο κρεβάτι με την νυχτικιά της, η Ηλαίην έπνιξε το χασμουρητό της και συνέχισε να αλείφει στα χέρια την αλοιφή που της είχε δώσει η Ληάνε. Έμοιαζε να βοηθάει κάπως· τουλάχιστον τα ένιωθε κάπως πιο μαλακά. Η βραδινή αύρα έμπαινε από το παράθυρο, κάνοντας το μόνο αναμμένο κερί να τρεμοπαίζει. Αντί να βοηθά, το αεράκι έκανε το δωμάτιο πιο ζεστό.
Η Νυνάβε μπήκε παραπατώντας, έκλεισε την πόρτα με βρόντο, ρίχτηκε στο κρεβάτι, και ξάπλωσε κοιτάζοντας την Ηλαίην. «Η Μάγκλα είναι η πιο αξιοκαταφρόνητη, μισητή, ποταπή γυναίκα σ’ ολόκληρο τον κόσμο», μουρμούρισε. «Όχι, η Λαρίσα. Όχι, η Ρομάντα είναι».