Выбрать главу

«Να θεωρήσω δηλαδή ότι σε θύμωσαν αρκετά για να διαβιβάσεις». Η Νυνάβε μούγκρισε με μια απαίσια έκφραση κι η Ηλαίην συνέχισε βιαστικά, «Σε πόσες έκανες επίδειξη; Σε περίμενα εδώ και ώρα. Κοίταξα να σε βρω στο δείπνο, αλλά δεν ήσουν πουθενά».

«Έφαγα ένα ψωμάκι για δείπνο», μουρμούρισε η Νυνάβε. «Ένα ψωμάκι! Έκανα επίδειξη σε όλες, ως την τελευταία Κίτρινη του Σαλιντάρ. Έλα, όμως, που δεν είναι ικανοποιημένες! Με θέλουν κάθε μία χωριστά. Όρισαν βάρδιες. Η Λαρίσα με έχει αύριο το πρωί —πριν το πρόγευμα!— κι η Ζενάρ ακριβώς μετά, κι ύστερα... Συζητούσαν πώς να με θυμώσουν σαν να μην ήμουν μπροστά τους!» Σήκωσε το κεφάλι από το κάλυμμα του κρεβατιού με μια στοιχειωμένη έκφραση. «Ηλαίην, ανταγωνίζονται ποια θα σπάσει το φραγμό μου. Είναι σαν αγοράκια που προσπαθούν να πιάσουν ένα λαδωμένο γουρούνι τη μέρα του πανηγυριού, και το γουρούνι είμαι εγώ!»

Μ’ ένα χασμουρητό, η Νυνάβε της έδωσε το βαζάκι με την κρέμα, και μετά από μια στιγμή η Νυνάβε πλησίασε κι έβαλε κι αυτή. Η Νυνάβε είχε ακόμα αγγαρεία στη λάντζα.

«Λυπάμαι που δεν έκανα αυτό που ήθελες εδώ και μέρες, Νυνάβε. Θα μπορούσαμε να υφάνουμε μεταμφίεση σαν τη Μογκέντιεν και να φύγουμε κάτω από τις μύτες όλων». Τα χέρια της Νυνάβε σταμάτησαν. «Τι τρέχει, Νυνάβε;»

«Δεν το σκέφτηκα αυτό. Δεν το σκέφτηκα αυτό!»

«Δεν το σκέφτηκες; Ήμουν σίγουρη ότι το είχες σκεφτεί. Στο κάτω-κάτω, το είχες μάθει πρώτη».

«Προσπαθούσα να μη σκέφτομαι καν όσα δεν μπορούμε να πούμε στις αδελφές». Η φωνή της Νυνάβε ήταν σκληρή, παγερή. «Και τώρα είναι πολύ αργά. Είμαι τόσο κουρασμένη που δεν θα μπορούσα να διαβιβάσω ακόμα κι αν μου έβαζες φωτιά στα μαλλιά, κι αν περάσει το δικό τους, θα είμαι μια ζωή ξεθεωμένη. Ο μόνος λόγος που με άφησαν να φύγω απόψε είναι επειδή δεν μπορούσα να βρω το σαϊντάρ ούτε ακόμα κι όταν η Νισάο...» Ανατρίχιασε και μετά τα χέρια της ξανάρχισαν να αλείφουν την κρέμα.

Η Ηλαίην άφησε μια αδύναμη ανάσα. Παραλίγο θα είχε κάνει την γκάφα. Ήταν κι αυτή ξεθεωμένη. Όταν παραδεχόσουν το σφάλμα σου, ο άλλος πάντα ένιωθε καλύτερα, αλλά δεν είχε αναφέρει σκοπίμως τη χρήση σαϊντάρ για μεταμφίεση. Από την πρώτη στιγμή φοβόταν μήπως η Νυνάβε έκανε αυτό ακριβώς το πράγμα. Τουλάχιστον, εδώ μπορούσαν να έχουν το νου τους στις προθέσεις των Άες Σεντάι του Σαλιντάρ, και θα μπορούσαν ίσως να μεταφέρουν τα νέα στον Ραντ μέσω της Εγκουέν, όταν εκείνη επέστρεφε πάλι στον Τελ’αράν’ριοντ. Στη χειρότερη περίπτωση, θα ασκούσαν κάποια μικρή επιρροή μέσω της Σιουάν και της Ληάνε.

Λες κι η σκέψη της τις είχε προσκαλέσει, η πόρτα άνοιξε για να περάσουν αυτές ακριβώς. Η Ληάνε κρατούσε ένα ξύλινο δίσκο με ψωμί και μια γαβάθα σούπα, ένα κόκκινο πήλινο ποτήρι και μια λευκή βερνικωμένη κανάτα. Υπήρχε ακόμα και ένα ματσάκι πράσινα φύλλα σε ένα μικρό γαλάζιο βαζάκι. «Η Σιουάν κι εγώ σκεφτήκαμε πως θα πεινάς, Νυνάβε. Άκουσα ότι οι Κίτρινες σε ζόρισαν πολύ».

Η Ηλαίην δεν ήξερε αν έπρεπε να σηκωθεί ή όχι. Ήταν μόνο η Σιουάν κι η Ληάνε, όμως ήταν ξανά Άες Σεντάι. Ή τουλάχιστον πίστευε πως ήταν. Οι δύο γυναίκες έλυσαν το πρόβλημα με το να καθίσουν· η Σιουάν κάθισε στο κάτω μέρος του κρεβατιού της Ηλαίην κι η Ληάνε στης Νυνάβε. Η Νυνάβε τις κοίταξε καχύποπτα πριν ανακαθίσει με την πλάτη στον τοίχο και πάρει το δίσκο στα γόνατά της.

«Άκουσα μια φήμη που λέει ότι μίλησες στην Αίθουσα, Σιουάν», είπε με προσοχή η Ηλαίην. «Έπρεπε να κλίνουμε το γόνυ;»

«Εννοείς αν είμαστε ξανά Άες Σεντάι, κορίτσι μου; Είμαστε. Το παζάρεψαν σαν πλανόδιοι ιχθυοπώλες τη Μέρα του Ήλιου, τουλάχιστον, όμως, αυτό μας το παραχώρησαν». Η Σιουάν κοιτάχτηκε με τη Ληάνε και τα μάγουλα της πρώτης ρόδισαν ελαφρώς. Η Ηλαίην υποψιάστηκε πως δεν θα μάθαινε ποτέ τι δεν τους είχαν παραχωρήσει.

«Η Μυρέλ είχε την καλοσύνη να με βρει και να μου το πει», είπε η Ληάνε μέσα στη σιωπή που είχε επικρατήσει για μια στιγμή. «Νομίζω πως θα διαλέξω το Πράσινο».

Η Νυνάβε πνίγηκε από την μπουκιά της, με το κουτάλι στο στόμα. «Τι εννοείς; Μπορείς να αλλάξεις Άτζα;»

«Όχι, δεν μπορείς», της είπε η Σιουάν. «Αλλά αυτό που αποφάσισε η Αίθουσα είναι ότι, παρ’ όλο που είμαστε Άες Σεντάι, για ένα διάστημα δεν ήμασταν. Κι εφόσον επιμένουν να πιστεύουν ότι όλες αυτές οι σαχλαμάρες ήταν νόμιμες, όλοι μας οι δεσμοί, οι δεσμεύσεις, οι σχέσεις κι οι τίτλοι χάθηκαν». Η φωνή της ήταν τόσο καυστική που θα έκαιγε και ξύλο. «Αύριο θα ζητήσω από τις Γαλάζιες να με δεχθούν πάλι στις τάξεις τους. Ποτέ δεν άκουσα Άτζα να απορρίπτει κάποια —από τη στιγμή που περνάς το στάδιο της Αποδεχθείσας, σε καθοδηγούν στο σωστό Άτζα, είτε το ξέρεις είτε όχι— αλλά έτσι όπως πάει η κατάσταση, δεν θα παραξενευόμουν αν μου έκλειναν την πόρτα κατάμουτρα».