«Καταλαβαίνω», είπε η Ηλαίην ξεψυχισμένα. Δεν ήταν παράξενο που ο κόσμος πίστευε πως το Παιχνίδι των Οίκων είχε επινοηθεί από τις Άες Σεντάι! Μπροστά τους, το Ντάες Νταε’μάρ φαινόταν απλό.
«Χαίρομαι που βλέπω ότι η Θεραπεία προκάλεσε σε κάποια μεγαλύτερους μπελάδες απ’ όσο σε μένα», είπε η Νυνάβε με δυσαρέσκεια. Κοίταξε τον πάτο της γαβάθας, αναστέναξε και μετά τον σκούπισε με μια μπουκιά ψωμί.
Το πρόσωπο της Σιουάν συννέφιασε, κατόρθωσε όμως να μιλήσει ήρεμα. «Βλέπεις, αποκαλυπτόμαστε πλήρως. Κι όχι μόνο για να σε πείσουμε να ξαναδοκιμάσεις τη Θεραπεία. Μου ξανάδωσες... τη ζωή μου. Τόσο απλό είναι. Είχα πείσει τον εαυτό μου ότι δεν ήμουν νεκρή, αλλά σίγουρα ήμουν νεκρή σε σύγκριση μ’ αυτό εδώ. Άρα κάνουμε μια καινούρια αρχή, όπως λέει η Ληάνε. Να γίνουμε φίλες, αν με θες για φίλη. Αν όχι, τότε ναύτες στο ίδιο καράβι».
«Φίλες», είπε η Ηλαίην. «Μου φαίνεται πιο σωστό έτσι, φίλες». Η Ληάνε της χαμογέλασε, όμως εκείνες οι δύο παρακολουθούσαν τη Νυνάβε.
Η Νυνάβε κοίταξε τη μια κι ύστερα την άλλη. «Η Ηλαίην έκανε μια ερώτηση, άρα το σωστό είναι να κάνω κι εγώ μία. Τι έμαθαν χθες το βράδυ η Σέριαμ κι οι άλλες από τις Σοφές; Μην πεις ότι δεν ξέρεις, Σιουάν. Απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι, ξέρεις τι σκέφτονται μια ώρα αφότου το έχουν σκεφτεί».
Η Σιουάν έσφιξε πεισματικά το στόμα· εκείνα τα βαθιά γαλανά μάτια ετοιμάστηκαν να ρίξουν ένα βλέμμα εκφοβισμού. Ξαφνικά άφησε μια μικρή τσιρίδα κι έσκυψε για να τρίψει τον αστράγαλο της.
«Πες τους», είπε η Ληάνε, τραβώντας πίσω το πόδι της για να πάρει φόρα, «ειδάλλως θα τα πω εγώ. Πες τα όλα, Σιουάν».
Αγριοκοιτάζοντας τη Ληάνε, η Σιουάν φούσκωσε τόσο, που της Ηλαίην της φάνηκε ότι θα έσκαγε, αλλά το βλέμμα της άγγιξε τα μάτια της Νυνάβε κι ηρέμησε. Τα λόγια ήρθαν σαν να τα έβγαζες με το τσιγκέλι, μα ήρθαν. «Η πρεσβεία της Ελάιντα έφτασε στην Καιρχίν. Ο Ραντ τις συνάντησε, αλλά φαίνεται ότι παίζει μαζί τους. Τουλάχιστον, θέλουμε να ελπίζουμε ότι αυτό κάνει. Η Σέριαμ κι οι άλλες σήκωσαν ψηλά τη μύτη επειδή, για μια φορά, κατάφεραν να μη γελοιοποιηθούν μπροστά στις Σοφές. Επίσης, στην επόμενη συνάντηση θα βρίσκεται κι η Εγκουέν». Για κάποιο λόγο, το τελευταίο το είπε με τη μεγαλύτερη απροθυμία.
Η Νυνάβε έλαμψε και κάθισε πιο ίσια. «Η Εγκουέν; Α, θαύμα! Άρα για μια φορά δεν γελοιοποιήθηκαν. Είχα μια απορία, γιατί δεν είχαν έρθει να μας πάρουν για κανένα μάθημα ακόμα». Κοίταξε καχύποπτα τη Σιουάν, αλλά ακόμα και το καχύποπτο βλέμμα έμοιαζε κεφάτο. «Καράβι, είπες; Ποιος είναι ο καπετάνιος;»
«Εγώ, άθλιο—» Η Ληάνε ξερόβηξε κι η Σιουάν πήρε μια βαθιά ανάσα. «Πλήρωμα ισότιμων συνεταίρων, τότε. Αλλά κάποιος θα πρέπει να οδηγεί», πρόσθεσε, μόλις η Νυνάβε έκανε να χαμογελάσει, «κι αυτός ο κάποιος θα είμαι εγώ».
«Εντάξει», είπε η Νυνάβε ύστερα από μια παύση. Ακολούθησε άλλη μια στιγμή δισταγμού, καθώς έπαιζε με το κουτάλι της, και μετά, με φωνή τόσο ανέμελη που της Ηλαίην της ήρθε να σηκώσει τα χέρια στον αέρα αγανακτισμένη, είπε, «Υπάρχει καμιά πιθανότητα να με βοηθήσεις... να μας βοηθήσεις να γλιτώσουμε από τα μαγειρεία;» Τα πρόσωπά τους δεν φαινόταν πιο ηλικιωμένα από τα πρόσωπα των Άες Σεντάι, αλλά αυτές οι δύο γυναίκες ήταν Άες Σεντάι πολύ καιρό· τα μάτια τους θυμούνταν το βλέμμα με το οποίο κοίταζαν οι Άες Σεντάι. Η Νυνάβε το δέχθηκε πιο σταθερά απ’ όσο θα πίστευε η Ηλαίην ότι θα το άντεχε στη θέση της —αν κι ανασάλεψε λιγάκι— όμως στο τέλος δεν ήταν έκπληξη το ότι μουρμούρισε, «Φαντάζομαι πως όχι».
«Πρέπει να πηγαίνουμε», είπε η Σιουάν καθώς σηκωνόταν. «Η Ληάνε δεν υπερέβαλλε για το τίμημα που θα πληρώσουμε αν μας ανακαλύψουν εδώ, το αντίθετο μάλιστα. Θα ήμασταν οι πρώτες Άες Σεντάι που θα γδέρνονταν ζωντανές, κι είχα ήδη τη μόνη πρωτιά που θέλω».
Προς έκπληξη της Ηλαίην, η Ληάνε έσκυψε να την αγκαλιάσει, ψιθυρίζοντας, «Φίλες». Η Ηλαίην της ανταπέδωσε με θέρμη το αγκάλιασμα και τη λέξη.
Η Ληάνε αγκάλιασε επίσης τη Νυνάβε, μουρμουρίζοντας κάτι που η Ηλαίην δεν μπόρεσε να ακούσει, κι ύστερα έκανε το ίδιο κι η Σιουάν, με ένα «Ευχαριστώ» που ακούστηκε μασημένο κι απρόθυμο.
Τουλάχιστον, έτσι της φάνηκε, αλλά όταν βρέθηκαν μόνες, η Νυνάβε είπε, «Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα, Ηλαίην. Ίσως να τα εννοούσε όλα αυτά. Ίσως πρέπει να της φέρομαι καλύτερα». Αναστέναξε, κι ο αναστεναγμός έγινε χασμουρητό, το οποίο έπνιξε λιγάκι το «Ειδικά τώρα, που ξαναείναι Άες Σεντάι». Και μ’ αυτά τα λόγια αποκοιμήθηκε με το δίσκο ακόμα στα γόνατά της.